Διάλογος προσυνεδριακός – θέσεις για το 18ο συνέδριο και για το σοσιαλισμό

Συμβολή στο διάλογο

Από τον «Ριζοσπάστη» της 24/12/2008, διαβάζοντας κανείς το κείμενο για το δεύτερο θέμα του συνδικαλιστή Παύλου Ταμουρίδη μας βάζει σε μεγάλο πειρασμό να σκεφτούμε πολύ πλατιά και άκρως σοβαρά για τις εκτιμήσεις του στο θέμα των αιτιών που προκάλεσαν τις ανατροπές των σοσιαλιστικών χωρών.

Ομως, με μια ζωή επί 30 χρόνια στην πολιτική προσφυγιά διαφωνώ καθέτως με το απαράδεκτο για μένα κείμενο. Εζησα με αυτούς τους λαούς, δούλεψα μαζί τους και τις καλές και τις δύσκολες στιγμές, γνώρισα τον πολιτισμό τους και μαζί ζούσαμε τα προβλήματά τους, που ήταν και δικά μας προβλήματα και με την πείρα της ζωής μου σ’ αυτές, τολμώ να φωνάξω δυνατά ένα τρανό ΟΧΙ στους ισχυρισμούς αυτούς. Γιατί, αν αυτό κυριαρχήσει στο ΚΚΕ και στη ζωή μας γενικότερα, μηδενίζουμε κάθε δύναμή μας και αγωνιστική συνείδηση και προοδευτική προοπτική του μέλλοντος μιας κοινωνίας που ονειρευόμαστε και για την οποία μια ζωή με αγώνες και θυσίες αφιερώσαμε.

Αν δεν είναι έτσι και σφάλλω στην εκτίμησή μου για το ρόλο και τη σημασία για τον Στάλιν και το θετικό του έργο, ενός αταλάντευτου κομμουνιστή, ηγέτη, στρατηγού και στρατηλάτη του αιώνα και σωτήρα ηγέτη της κραταιάς τότε Σοβιετικής Ενωσης, που στ’ όνομά του θυσιάστηκαν εκατομμύρια αγωνιστές για μια ελεύθερη δημοκρατική σοσιαλιστική κοινωνία στην Ευρώπη και σ’ άλλες ηπείρους, ζητώ συγγνώμη, όμως με επιχειρήματα που δεν αντέχουν στην κοινή λογική; Γεγονός το οποίο στο κείμενό του δεν υπάρχουν.

Με τέτοια επιχειρήματα, μια ολόκληρη ζωή μας πολεμούν οι αντίπαλοί μας, η αστική τάξη και η πλουτοκρατία, και όλοι οι οπορτουνιστές όλων των αποχρώσεων, δικοί μας και άλλοι. Και όλα αυτά, ή μερικά από αυτά θα ήταν πιστευτά, ίσως, αλλά μέσα σ’ αυτό το πολιτικό γίγνεσθαι, που συντελείται στην εποχή μας ν’ ακούγονται τέτοιες ακραίες απόψεις για το διάλογο για το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ μοιάζει με παραλογισμό. Αλλο λάθος του Στάλιν (ή υποτιθέμενα λάθη) και άλλο απόρριψη.

Ο Στάλιν ήταν ηγέτης του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους και βάδιζε μέσα από ανεξερεύνητους δρόμους και παρ’ όλα νικούσε. Αλάνθαστος ουδείς. Οποιος δε δουλεύει δεν κάνει λάθη. Φυσικά από τα λάθη, κρίνοντας σωστά, διορθωνόμαστε.

Από πού ν’ αρχίσει και πού να τελειώσει η τεράστια προσφορά ως ηγέτης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης της ΕΣΣΔ και στην οικονομία και στους δύσκολους καιρούς του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τόσων άλλων και στο εθνικό πρόβλημα, ως πολυεθνικό κράτος. Σήμερα το ζούμε όλοι καλύτερα, με τους πολέμους των φίλων και αδελφικών λαών. Τα λάθη, ή υποτιθέμενα λάθη, του Στάλιν να διογκώνονται και να αποσιωπούνται τα μεγάλα έργα, ιστορικής σημασίας, για το σοσιαλισμό και τη συνεισφορά στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα είναι ηθελημένη συκοφαντική διαστρέβλωση, η οποία μόνο από τα αρχεία του αντικομμουνισμού, της πιο χυδαίας αντικομμουνιστικής ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας εκπορεύεται.

Τέλος, δεν άκουσα κουβέντα από τον συνδικαλιστή, για: Χρουστσόφ, Γκορμπατσόφ, Γιέλτσιν, Τίτο, και πάει λέγοντας…

Χρυσόστομος Μπαζής
Ο πολιτισμός είναι κομμάτι από τη δραστηριότητα του ΚΚΕ

Εχω ασχοληθεί με τις Θέσεις για το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ, τις οποίες βρίσκω πολύ σωστές. Στις Θέσεις επίσης για το σοσιαλισμό πολύ σωστά ανοίχτηκε ένα τόσο σπουδαίο κεφάλαιο που μιλάει καθαρά και σωστά βγάζοντας θετικά συμπεράσματα, όπου μεταξύ των άλλων ξεκαθαρίζεται σε πρώτη φάση ο αρνητικός και καθοριστικός ρόλος του «ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ» που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πτώση των Σοσιαλιστικών Χωρών. Ο οπορτουνισμός, όπως και σήμερα και πάντα θα είναι παράγοντας διάλυσης του ταξικού κινήματος. Σωστά λοιπόν το Κόμμα μας επισημαίνει και αποκαλύπτει ότι οδήγησε το λαό στη γωνία, μακριά από τα προβλήματα της ζωής.

Το Κόμμα μας, το ΚΚΕ, στις συνελεύσεις αναλύει τις θέσεις όπως και ο «Ριζοσπάστης» που δημοσιεύει πολλές απόψεις συντρόφων.

Εκείνο που θέλω να επισημάνω είναι ένα μεγάλο θέμα που δεν υπάρχει σε ιδιαίτερο άρθρο, απλώς αναφέρεται μονολεκτικά. Είναι το θέμα του ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ή της ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ στα επαγγελματικά μας ταξικά σωματεία και στους Πολιτιστικούς Συλλόγους. Το ΚΚΕ είναι ταυτόσημο με τον πολιτισμό.

Με τον πολιτισμό έχεις με τόσα πολλά να ασχοληθείς: με την Ιστορία, τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική, το χορό, το τραγούδι, το θέατρο κ.ά. Γράψου λοιπόν στο ταξικό σου σωματείο να ενδιαφερθείς για τα προβλήματά σου, εκεί στο σωματείο σου πρέπει να βρεις ενδιαφέροντα που θα γεμίσουν τον αγώνα σου, όπως το τραγούδι, το χορό, τη ζωγραφική κ.ά.

Δεν εννοούμε πολιτισμό με το να αφήσουμε το Σωματείο μας, το Κόμμα μας, επομένως την ιδεολογία μας. Ολα αυτά είναι αναπόσπαστα και πάνε μαζί. Δε λειτουργούν δυστυχώς οι σύλλογοι στη γειτονιά μας, οι συντοπίτικοι σύλλογοι πάνε από το κακό στο χειρότερο. Υπάρχουν σύλλογοι, αλλά λίγοι, που δημιουργούν έργο, παλεύουν και αντιστέκονται. Τι γίνεται στα ταξικά σωματεία; Εκτός από τη δουλειά του σωματείου δε χρειάζεται παράλληλα και η πολιτιστική ενασχόληση; π.χ. σ’ ολόκληρο Πειραιά και τις περισσότερες συνοικίες τι γίνεται; Δεν μπορούν τα ταξικά σωματεία να φτιάξουν μια ομάδα χορού; Στην αρχή πολλά σωματεία μαζί. Δεν μπορούν να φτιάξουν μια ομάδα τραγουδιού; Χορωδία; Μια ομάδα θεάτρου με δύο, τρία, τέσσερα άτομα; Μια ομάδα οργάνων; Τι γίνεται με τις διαλέξεις ή την ανάγνωση των βιβλίων κ.ά.

Δυστυχώς, γίνονται ελάχιστα, ιδιαίτερα στα εργατικά σωματεία απολύτως τίποτε.

Ο πολιτισμός δεν είναι ένα κομμάτι από τη ζωή μας; Δεν τραγουδάμε σε μια εκδήλωση; δε χορεύουμε; Γιατί τα παλιά χρόνια, χρόνια δύσκολα, είχαμε το θέατρο, τη χορωδία, την ποίηση, στο βουνό με το τουφέκι μας στον ώμο;

Αν η πολιτιστική δραστηριότητα μπει στα Σωματεία δε θα μιλήσεις για τα προβλήματα που σε απασχολούν; Η πολιτιστική δραστηριότητα δεν ομορφαίνει και δίνει δύναμη στη ζωή; Να πάρουμε για παράδειγμα τον ηρωικό κουβανέζικο λαό, που δουλεύει και τραγουδάει, που αγωνίζεται και χορεύει.

Οταν μιλάμε για πολιτιστική δραστηριότητα στα σωματεία και στους συλλόγους εννοούμε την ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. Εδώ βρίσκεται η ουσία.

Καλλιτέχνες μεγάλης εμβέλειας στο παρελθόν άφησαν έργο και δίδαξαν τον ερασιτέχνη λαό μέσα από την εξορία, τη φυλακή, στο βουνό και συνέχισαν όταν βγήκαν π.χ. ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Αλεβίζος, ο Βασίλης Ρώτας, ο Μάνος Κατράκης κ.ά.

Γιατί αυτή την προσπάθεια να μην τη συνεχίσουμε; Πρέπει να μπει καθήκον μέσα στο σωματείο ή στον πολιτιστικό σύλλογο. Πρέπει οι προοδευτικοί άνθρωποι να μπουν μπροστά. Πρέπει το Κόμμα μας να ΕΝΔΙΑΦΕΡΘΕΙ ΕΝΕΡΓΑ.

Παναγιώτης Λυκούδης
Για το πρώτο θέμα

Αγαπητοί φίλοι

Αναμφίβολα ο τομέας των συνεργασιών και των συμμαχιών ενός ΚΚ είναι ένα πεδίο εξαιρετικά δύσκολο και πολύπλοκο και ως προς την επιλογή των πολιτικών δυνάμεων και ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις με τις οποίες θα γίνουν οι συνεργασίες και οι συμμαχίες. Σε συνδικαλιστικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο οι συμμαχίες πρέπει να είναι τέτοιες που να συμβάλλουν στην ανάπτυξη του κινήματος, στη βελτίωση των ταξικών – ποιοτικών του χαρακτηριστικών και μέσω αυτού να συμβάλλουν στην ωρίμανση των υποκειμενικών προϋποθέσεων για την πραγματοποίηση της ανατροπής του κεφαλαιοκρατικού συστήματος.

Το ερώτημα που κατά τη γνώμη μου τίθεται είναι αν στις σημερινές συνθήκες υπάρχουν οι πολιτικές δυνάμεις εκείνες που μια συνεργασία του ΚΚΕ μαζί τους θα μπορούσε να συμβάλει θετικά στην επίτευξη των παραπάνω στόχων. Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει πρώτα να θέσουμε τα κριτήρια με τα οποία θα επιλεγούν οι «σύμμαχοι».

Κατά τη γνώμη μου, το βασικό κριτήριο πρέπει να είναι η θέση και η πολιτική στάση και πρακτική κάθε πολιτικού χώρου πάνω στο κορυφαίο ζήτημα της αλλαγής ή όχι του πολιτικού συστήματος, δηλαδή της ανατροπής του καπιταλισμού. Αντικειμενικά πολιτικές δυνάμεις που αποδέχονται το σύστημα της δικτατορίας του κεφαλαίου σε οποιαδήποτε μορφή του, βρίσκονται στην απέναντι όχθη. Βέβαια, οι δυνάμεις αυτές δεν είναι όλες όμοιες. Καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα που ξεκινά από την ακροδεξιά και φτάνει ως την καθεστωτική «αριστερά».

Τυχόν συνεργασία με κάποια από τις δυνάμεις αυτές, έστω κι αν καταφέρει να προωθήσει κάποια επιμέρους ζητήματα, δεν μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη των υποκειμενικών προϋποθέσεων. Το πιο σημαντικό όμως συμπέρασμα που προκύπτει και από τη διεθνή και την ελληνική πολιτική σκηνή είναι ότι τέτοιες συνεργασίες μάλλον έβλαψαν τελικά το κίνημα και συχνά συνέβαλαν στην αλλοίωση της φυσιογνωμίας των ΚΚ προς δεξιότερη κατεύθυνση.

Οι συμμαχίες και οι συνεργασίες πρέπει να γίνονται με δυνάμεις που απορρίπτουν το καπιταλιστικό σύστημα, αναζητούν δρόμους ανατροπής του και αγωνίζονται για μια κοινωνική οργάνωση όπου οι δυνάμεις της εργασίας θα έχουν την εξουσία. Δηλαδή με τις δυνάμεις της Αντικαπιταλιστικής Κομμουνιστικής Αριστεράς.

Στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα της χώρας μας στο χώρο που οι παπαγαλίζουσες γραβάτες των καναλιών αποκαλούν περιφρονητικά «εξωκοινοβουλευτική αριστερά» υπάρχουν κόμματα και οργανώσεις που οι θέσεις τους και η πολιτική τους πρακτική κινούνται σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση και δρουν πολιτικά μέσα σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, με συνέπεια και αξιοπρέπεια όλα αυτά τα χρόνια. Το ΝΑΡ και ΤΟ ΜΕΡΑ είναι ίσως ο πιο αξιοπρόσεκτος χώρος, αλλά και το ΚΚΕ(μ-λ), το Μ-Λ ΚΚΕ, δυνάμεις από την ΕΝΑΝΤΙΑ και άλλες οργανώσεις παρά τις αδυναμίες τους ανήκουν σε εν δυνάμει συμμάχους. Αυτοί είναι οι φυσικοί σύμμαχοι του ΚΚΕ.

Δεν παραγνωρίζω ότι υπάρχουν διαφορετικές θέσεις και διαφορές σε ζητήματα τακτικής, πολιτικής μεθοδολογίας και πρακτικής, σε ζητήματα που αφορούν την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, ακόμη και την πολιτική νοοτροπία. Ομως οι διαφωνίες αυτές, που είναι λογικό να υπάρχουν λόγω των διαφορετικών διαδρομών που είχε κάθε οργάνωση μέσα στο κίνημα, δεν είναι ανταγωνιστικές και είναι σαφώς συγκλίνουσες στα πλαίσια ενός κόκκινου διαλόγου στο εσωτερικό μιας συνεργασίας των δυνάμεων της Αντικαπιταλιστικής Κομμουνιστικής Αριστεράς.

Η συγκρότηση της συμμαχίας αυτής, που μπορεί να δοκιμαστεί αρχικά σε μαζικούς χώρους, φοιτητικό και συνδικαλιστικό κίνημα και να εξελιχθεί σε δημοτικές, νομαρχιακές και εθνικές εκλογές καθώς και ευρωεκλογές, είναι μια αναγκαία κίνηση ιστορικής σημασίας που θα λειτουργήσει ως καταλύτης, απελευθερώνοντας πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, αλλά και αγωνιστές που είτε είναι εγκλωβισμένοι στα αστικά κόμματα, είτε έχουν πάει στο σπίτι τους και μπορεί να έχει απήχηση και στο κομμουνιστικό κίνημα άλλων χωρών.

Η πρωτοβουλία για τη συγκρότηση αυτής της κόκκινης συμμαχίας ανήκει στο κυρίαρχο κόμμα της Κομμουνιστικής Αριστεράς το ΚΚΕ.

Χρήστος Ματσούκας
Για το δεύτερο θέμα

«Ετόλμησα… Αυτό είναι το ουσιώδες…»

Ρόζα Λούξεμπουργκ

Προσπαθώντας να προσεγγίσουμε ιστορικά την πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού παγκόσμια και να εξηγήσουμε ή να αναλύσουμε την πορεία αυτή, είναι μοιραίο να ξανασταθούμε μπροστά σε ζητήματα για τα οποία είχαμε δώσει στο παρελθόν απαντήσεις.

Τέτοια είναι:

1) Ο ρόλος της προσωπικότητας στην ιστορία 2) Η σχέση της κομματικής καθοδήγησης με την κομματική βάση 3) Η σχέση της εργατικής τάξης με την πολιτική της πρωτοπορία 4) Το περιεχόμενο του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και της δικτατορίας του προλεταριάτου 5) Η σχέση αντικειμενικών και υποκειμενικών προϋποθέσεων για τη σοσιαλιστική επανάσταση και οικοδόμηση, ο βαθμός ωριμότητάς τους.

Αυτό πρέπει να το κάνουμε γιατί είναι αναγκαίο να δώσουμε απαντήσεις, ως επιχειρήματα, κάτω από το βάρος των σημερινών αναγκών του κινήματος και της κοινωνίας. Οι ερμηνείες μας, επίσης, πρέπει να παίρνουν υπόψη ότι γίνονται μέσα σ’ ένα διαφορετικό (κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό, οικονομικό και ψυχολογικό) πλαίσιο. Η εργατική τάξη δέχεται μια συνολική επίθεση, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της θέσης της, το περιβάλλον καταστρέφεται, μεγαλώνει η φτώχεια, χρεοκοπεί το ιδεολογικό – αξιακό οπλοστάσιο της άρχουσας τάξης και του ιμπεριαλισμού κάτω από το βάρος της οικονομικής κρίσης και της γενικευμένης διαφθοράς.

Στην προσπάθειά μας αυτή δημιουργούνται δυο κίνδυνοι:

Ο ένας κίνδυνος είναι να απορρίψουμε τις αρχές μας, να προσωποποιήσουμε την κριτική, να «πετάξουμε μαζί με τα νερά και το μωρό».

Οι άλλος είναι να οδηγήσουμε τις ερμηνείες σε τέτοια κατεύθυνση που να δικαιώνουν λανθασμένες θέσεις και τρόπους λειτουργίας και δράσης για το σήμερα.

Ο Γολγοθάς της προλεταριακής επανάστασης…

Προσεγγίζοντας την πορεία της Οχτωβριανής Επανάστασης και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Ρωσία και την ΕΣΣΔ πρέπει να πάρουμε υπόψη:

1) Οτι η Οχτωβριανή Επανάσταση το 1917 στη Ρωσία ήταν η πρώτη συνειδητή προσπάθεια του ανθρώπου για την οικοδόμηση μη εκμεταλλευτικής κοινωνίας μετά από χιλιάδες χρόνια ύπαρξης εκμεταλλευτικών κοινωνικών συστημάτων. Επρεπε να νικηθεί όχι μόνο η ισχύς της άρχουσας τάξης, αλλά και η συνήθεια, η προκατάληψη, η άγνοια και ο φόβος μπροστά στο καινούριο. Μέγα το εγχείρημα…

2) Η επανάσταση δεν έγινε στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της Δύσης, αλλά στη Ρωσία που είχε χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και μέσων. Οι κατοπινές εξελίξεις σφραγίστηκαν, σε μεγάλο βαθμό, από το γεγονός αυτό.

Οι κλασικοί, αν και όχι διεξοδικά, είχαν επισημάνει το πρόβλημα.

Ετσι στον πρόλογο της ρωσικής έκδοσης του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» (1882) οι Μαρξ και Ενγκελς έγραφαν: «Αν η ρωσική επανάσταση αποτελέσει το σύνθημα για μια προλεταριακή επανάσταση στη δύση, έτσι που και οι δυο να συμπληρώνουν η μια την άλλη, τότε η τωρινή κοινή ιδιοκτησία γης μπορεί να χρησιμεύσει σαν αφετηρία για μια κομμουνιστική εξέλιξη». Ομως η επανάσταση στη Δύση δεν ακολούθησε…

Οι επισημάνσεις του Λένιν στο τελευταίο γραπτό του «Κάλλιο λιγότερα αλλά καλύτερα» είχαν προφητικό χαρακτήρα. Σημείωνε ότι δεν πρέπει να βιαστούμε «… χωρίς καμιά ελπίδα ν’ αποκτήσουμε ένα γερό ανθρώπινο υλικό… ξέρω είναι δύσκολο να κρατήσουμε αυτόν τον κανόνα». Και συνέχιζε παρακάτω: «Θα κατορθώσουμε να κρατηθούμε ωσότου οι κεφαλαιοκρατικές χώρες της Δ. Ευρώπης ολοκληρώσουν την ανάπτυξη προς το σοσιαλισμό…»; Και πιο κάτω: «Και εμείς δεν έχουμε αρκετό πολιτισμό, για να περάσουμε άμεσα στο σοσιαλισμό, αν και έχουμε τις πολιτικές προϋποθέσεις γι’ αυτό».

Επισήμανε δηλαδή το εμπόδιο της καθυστέρησης της κοινωνίας στη Ρωσία και το δύσκολο του εγχειρήματος, ότι δεν υπήρχε ισορροπία ανάμεσα στην πρωτοπορία και την κοινωνία συνολικά. Αλλωστε, «οι προλεταριακές επαναστάσεις κριτικάρουν τους εαυτούς τους… κοροϊδεύουν… την αθλιότητα των πρώτων τους προσπαθειών» (Κ. Μαρξ «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη).

Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση τι έπρεπε να γίνει; Να παραιτηθούν οι μπολσεβίκοι από την εξουσία ή να τη συνεχίσουν;

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έδωσε την απάντηση, παρά τη διαφωνία της με τον Λένιν.

«Ετόλμησα!! Αυτό είναι το ουσιώδες… από την πολιτική των Μπολσεβίκων. Μ’ αυτήν την έννοια θα είναι αιώνια η αξία τους στην ιστορία…».

Η επικράτηση του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα είχε και άλλο είδους συνέπειες. Στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα τέθηκε το καθήκον της υπεράσπισης της χώρας αυτής από την επιθετικότητα του ιμπεριαλισμού. Αυτό είχε ως συνέπεια, μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, την εγκαθίδρυση σοσιαλιστικών καθεστώτων στα σύνορα της ΕΣΣΔ, για ορισμένα από τα οποία δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις οικοδόμησης του σοσιαλισμού (ωρίμανση υποκειμενικού παράγοντα). Ετσι η διατήρηση των καθεστώτων αυτών υπονόμευε όχι μόνο όλη τη σοσιαλιστική κοινότητα, αλλά και την ίδια την ΕΣΣΔ, αφού αυτή ήταν υποχρεωμένη, όχι μόνο να μην τα εκμεταλλεύεται, αλλά και να τα ενισχύει.

3) Οι επιλογές των Μπολσεβίκων, από τον πρώτο καιρό, είχαν σε μεγάλο βαθμό αναγκαστικό χαρακτήρα. Τόσο η ταχύρυθμη βιομηχανική ανάπτυξη, σε συνθήκες καθυστέρησης και καπιταλιστικής περικύκλωσης, όσο και η άνοδος του φασισμού με την άμεση απειλή του πολέμου ευνόησαν το συγκεντρωτισμό και το διοικητικό χαρακτήρα των αποφάσεων. Πάνω σ’ αυτό το ευνοϊκό έδαφος ήταν επόμενο να ευδοκιμήσουν οι αρνητικές πλευρές της προσωπικότητας του Β. Ι. Στάλιν που συγκέντρωσε, στην πορεία, εξουσία δυσανάλογη από όση επιτρέπουν οι αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Τις πλευρές αυτές της προσωπικότητάς του επισήμανε και ο Λένιν στις τελευταίες επιστολές του, ζητώντας την απομάκρυνσή του από τη θέση του γραμματέα. Τελικά όμως τα κομματικά όργανα αποφάσισαν διαφορετικά. Αυτό ήταν το στελεχικό δυναμικό του κόμματος και οι υποψήφιοι αρχηγοί του, με τις αδυναμίες και τα προτερήματά τους.

4) Ο τρόπος διοίκησης του κράτους και του κόμματος εδραιώθηκε πάνω στο έδαφος των επιτυχιών στον επιστημονικό, κοινωνικό και οικονομικό τομέα της σοβιετικής κοινωνίας. Το καθήκον που έπρεπε να υλοποιηθεί ήταν δύσκολο και έπρεπε να υλοποιηθεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Διαμορφώθηκε μια δυναμική που απαιτούσε συγκέντρωση όλων των δυνάμεων για την επίτευξη του σκοπού. Ετσι «εκβιάστηκαν» καταστάσεις και κάθε διαφορετική αντίληψη θεωρήθηκε εμπόδιο.

Το γεγονός αυτό δημιούργησε παρενέργειες (συγκεντρωτισμό, περιορισμό της εσωκομματικής δημοκρατίας, διαμόρφωση στελεχών που έκρυβαν τις απόψεις τους για να φανούν αρεστοί, χωρίς την απαραίτητη ιδεολογική κατάρτιση) που, με τον καιρό, προετοίμασαν το έδαφος για κάθε είδους παρεκκλίσεις από τον Λενινισμό.

Διαμορφώθηκε έτσι μια εικόνα της πραγματικότητας όχι αντικειμενική, με την έννοια ότι δε γίνονταν γνωστές όλες οι πλευρές της.

Η κομματική βάση διαπαιδαγωγήθηκε με την αρχή της μιας και μοναδικής αλήθειας που την κατείχε η ηγεσία, με την πίστη στον αρχηγό. Ετσι όταν η ηγεσία, κλεισμένη στον εαυτό της, όπως διαμορφώθηκε στην πορεία, έκανε λάθη, η βάση και η εργατική τάξη ακολούθησε τη λανθασμένη πορεία. Δεν αντέδρασε ούτε στην ανάδειξη του Χρουτσόφ και την πολιτική του, ούτε στην αντίστοιχη του Γκορμπατσόφ. (Η ανάδειξη του Χρουτσόφ στην ηγεσία του κόμματος ήταν αποτέλεσμα των νέων συνθηκών και συνέχεια μιας εσωκομματικής κατάστασης και λειτουργίας που είχε ήδη διαμορφωθεί επί γραμματείας Ι. Στάλιν).

Οι «θέσεις» δεν ασχολούνται σχεδόν καθόλου με το συγκεντρωτικό και διοικητικό χαρακτήρα της λειτουργίας του κόμματος για την περίοδο αυτή. Δεν αναφέρονται στην ανάπτυξη της γραφειοκρατίας και της μονοπρόσωπης διοίκησης. (Ζητήματα που είχαν απασχολήσει τον Β. Ι. Λένιν και για τα οποία έγραψε πολλές φορές). Δεν εξηγούν ποιες ήταν οι «υπερβολές» που σημειώθηκαν την περίοδο των δικών των κομματικών στελεχών.

Εστιάζοντας κανείς την κριτική αποκλειστικά στο πρόσωπο του Ι. Στάλιν ή αποδίδοντας τις επιτυχίες μιας ολόκληρης κοινωνίας σ’ αυτόν υποβαθμίζει τη δραστηριότητα των μαζών, τη συμβολή και την ευθύνη και άλλων στελεχών, αλλά και το μέγεθος των αντικειμενικών δυσκολιών.

Ο Ι. Στάλιν, με τα προτερήματά του και τα αρνητικά του, είναι μέλος της κομμουνιστικής μας οικογένειας, όπως δική μας αισθανόμαστε και τη σοβιετική κοινωνία.

Αυτή η περίοδος της σοβιετικής ιστορίας δεν μπορεί να πεταχτεί στον «κάλαθο των αχρήστων».

Την υπερασπιζόμαστε απέναντι στους ιδεολογικούς, πολιτικούς και ταξικούς μας αντιπάλους.

Της κάνουμε κριτική, αντικειμενική και ανοιχτή, μπροστά στην εργατική τάξη και τα μέλη του κόμματος.

Τη μελετάμε, για να μειώσουμε τις δυσκολίες και τα λάθη της επαναστατικής πάλης σήμερα.

Ν. Σαλπιστής
Κατερίνη
Κομμουνισμός και υπεύθυνος άνθρωπος – πολίτης

Αγαπητοί σύντροφοι, επιτρέψτε μου να καταθέσω, να φωτίσω φιλοσοφικά μερικά δεδομένα, που στην επικρατούσα χαοτικά παγκόσμια επικοινωνιακή προπαγανδιστική πρακτική οδηγούν σε δρόμους με επίπλαστη και ακυρωτική πράξη ζωής. Ο κομμουνισμός είναι φιλοσοφία ζωής, λειτουργία ζωής μακριά από το ατομικό συμφέρον και υπέρβαση από τις φυσικές αδυναμίες του ανθρώπου. Είναι η πεμπτουσία της ανθρώπινης σκέψης. Είναι το σύστημα της λογικής που μακροημερεύει τη ζωή του πλανήτη. Διαφυλάσσει τους κανόνες αρχών για τη λειτουργία των φυσικών επιλογών, ενάντια στον αιμοβόρο και σαρκοφάγο νόμο του κέρδους, που διαλύει την τάξη των ισορροπιών. Είναι ο ορισμός που διασφαλίζει την ύπαρξη του ανθρώπου και του πλανήτη. Θέτει τα όρια και τους κανόνες της πραγμάτωσης αυτής.

Το καλό, η αρετή, το αληθές είναι έννοιες με παθητική διάσταση. Το Εγώ, το κακό, το ψέμα είναι έννοιες με ενεργητική διάσταση. Ο πόλεμος μεταξύ τους είναι άνισος.

Κατά τεκμήριο, ο κομμουνισμός είναι θεωρία που αναλύει, εμβαθύνει και προσπαθεί να δώσει λύσεις στα διάφορα κοινωνικά φαινόμενα της ανθρώπινης ιστορίας. Η σημερινή εποχή καταδεικνύει τη σημασία και την επικαιρότητά του. Εχουμε στην επικοινωνιακή μας πολιτική ατόφιο χρυσάφι, απέναντι σε μια επιχρυσωμένη και κίβδηλη προσφορά θεωρημάτων του τύπου, κυνήγι του κέρδους, η δύναμη του ισχυρού, το προσωπικό και ατομικό συμφέρον.

Ξέρουμε ότι ο καπιταλισμός έχει ένα «φορτικό πλεονέκτημα» που βασίζεται στις φυσικές αδυναμίες του ανθρώπου, τροφοδοτώντας τον διαρκώς με «ανάγκες ματαιοδοξίας», κάνοντας τον όρο ταξική συνείδηση να ηχεί σαν «αόριστη πραγματικότητα».

Δεν μπορούμε να κανακεύουμε και να δικαιολογούμε την ανθρώπινη αμεριμνησία, την αβουλία, την κλασματική αφασία. Πιστεύω ότι στις θέσεις του Κόμματος αλλά και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος οφείλουμε να υπάρχει παράγραφος που να ορίζει την προσωπική ευθύνη του ανθρώπου – πολίτη, του ανθρώπου απέναντι στη φύση, του ανθρώπου απέναντι στη συμπαντική λειτουργία.

Νομίζω ότι όλοι μπορούμε να προβλέψουμε πού οδηγεί η καπιταλιστική αναρχία. Πόλεμοι, πείνα, νέες αρρώστιες, καταστροφή της φύσης και του πλανήτη.

Εχουμε το πλεονέκτημα της αδήριτης ανάγκης και οφείλουμε να το προτάσσουμε μπροστά στον άνθρωπο – πολίτη. Εχουμε το επιχείρημα του ασύγγνωστου λάθους και οφείλουμε να το επισημαίνουμε στον άνθρωπο – πολίτη. Εχουμε το παράδειγμα των αγωνιστών της οικουμένης και οφείλουμε να το θέτουμε σαν ευθύνη στον άνθρωπο – πολίτη. Να καλούμε γενικά τους συλλογικά σκεπτόμενους πολίτες και με την ψήφο να καταδεικνύουν τον ορισμό τους.

Ο κομμουνισμός ορίζει το γλυκύ και φωτεινό αύριο, ορίζει το λόγο του ποιητή, «θαρσείν τα μέγα, θάλλειν τα μέγιστα» (να έχουμε θάρρος για τα μεγάλα, για να ανθίσουμε μέσα στα μεγαλύτερα).

Μάκης Πιτσαλίδης
Για το σοσιαλισμό

Είμαι ένας από τους χιλιάδες φίλους του ΚΚΕ, το οποίο το εκτιμώ και το ακολουθώ στη δράση του και παρακολουθώ με πολύ ενδιαφέρον τον πολύ ζωντανό προσυνεδριακό διάλογο πάνω στο Κείμενο των Θέσεων της ΚΕ για το σοσιαλισμό. Θεωρώ τη συγκεκριμένη συζήτηση ζωτικής σημασίας, δεδομένου ότι η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού δημιουργεί σκληρά ερωτήματα, αφενός για το χαρακτήρα των Λαϊκών Δημοκρατιών και αφετέρου για το αν και πώς είναι δυνατή η οικοδόμηση μιας πραγματικά σοσιαλιστικής κοινωνίας, χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Στο Κείμενο των Θέσεων επιχειρείται μια επίπονη προσπάθεια να συνδεθούν οι πολιτικές και οι οικονομικές εξελίξεις (π.χ. οι αποφάσεις των Συνεδρίων με τις συνθήκες που τις υπαγόρευσαν και με τα αποτελέσματά τους) αποδεικνύοντας τη σοβαρότητα της θεωρητικής προσέγγισης του Κόμματος, τόσο ανώτερη από τη μεταφυσική σχεδόν εμμονή των αστικών αναλύσεων στο χαρακτήρα μεμονωμένων προσώπων. Ξέροντας ότι δε διαθέτω ίσως το απαιτούμενο θεωρητικό επίπεδο, θα ήθελα να αναφέρω τα εξής ερωτήματα που μου δημιουργήθηκαν από τη μελέτη του Κειμένου:

1. Το Κείμενο θεωρεί ότι η ΕΣΣΔ είχε σοσιαλιστικό χαρακτήρα στηριζόμενο στην “κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, στην ύπαρξη σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας και υποταγμένης (παρά τις όποιες αντιφάσεις) σε αυτή συνεταιριστικής ιδιοκτησίας, στον κεντρικό σχεδιασμό, στην εργατική εξουσία, και στις πρωτόγνωρες κατακτήσεις προς όφελος των εργαζομένων” (θέση 9, σελ 11). Στη συνέχεια όμως του Κειμένου, τα χαρακτηριστικά αυτά βαθμιαία φαίνονται να εξασθενούν, για σημαντικό μέρος της ιστορικής διαδρομής της ΕΣΣΔ π.χ. αναφορές στη θέση 18 για αδυναμίες της οικονομίας και υποχώρηση του εργατικού ελέγχου, “έλλειψη ζωοτροφών”, “καθυστέρηση τεχνολογικής ανανέωσης στα κολχόζ” σελ. 21, “υστέρηση κτηνοτροφικής παραγωγής”, “βάθυνε η διαφοροποίηση στο εργατικό εισόδημα” σελ. 22, βλέπε επίσης σημείωση 34 για το ποσοστό των αναγκών που δεν ικανοποιούνταν από τον κεντρικό σχεδιασμό,“απομάκρυνση του κεντρικού σχεδιασμού από την άνοδο της κοινωνικής ευημερίας” σελ. 23). Αυτό σημαίνει ότι βαθμιαία η ΕΣΣΔ έπαψε να είναι σοσιαλιστική ή θεωρούμε ότι διατήρησε τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα της μέχρι τέλους;

2. Ειδικά ως προς θέμα του εργατικού ελέγχου πρέπει να γίνει περισσότερη μνεία στις μορφές που αναπτύχθηκαν ή καταργήθηκαν στο πέρασμα του χρόνου, για να έχουμε μια πιο πλήρη εικόνα (π.χ. ποια ήταν η εξέλιξη των Σοβιέτ;) για τον χαρακτήρα των λαϊκών δημοκρατιών καθότι το Κείμενο εύλογα περιορίζεται στις αποφάσεις των Συνεδρίων. Κάποια στιγμή χρειάζεται να γίνει έρευνα για το αν τμήματα του πληθυσμού που αντικειμενικά είχαν συμφέρον και υλικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη κομμουνιστικής συνείδησης εξέφρασαν συνεπείς επαναστατικές θέσεις, είτε στα όργανα που συμμετείχαν άμεσα, είτε μέσω αντιπροσώπων στα Συνέδρια. Δυστυχώς γίνεται λόγος για τη διαπάλη μεταξύ συνεπών μαρξιστικών και οπορτουνιστικών θεωριών χωρίς όμως να παρουσιάζονται στοιχεία (εκτός από το 20ό Συνέδριο) για διαφορετικές πλατφόρμες και τάσεις στα Συνέδρια.

3. Οσον αφορά την περίοδο Στάλιν, νομίζω ότι αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι το δικαίωμα της εργατικής τάξης να ασκεί βία για την κατάκτηση και (κυρίως) για τη διατήρηση της εξουσίας και του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Αυτή η θεώρηση δεν πρέπει να μας αποτρέπει από το να καταδικάζουμε τις παρεκτροπές που συνέβησαν (μακρόχρονη παραμονή του Στάλιν στην εξουσία και φαινόμενα προσωπολατρίας όπως προκύπτει π.χ. από πληθώρα αφισών της συγκεκριμένης περιόδου). Πέρα, άλλωστε, από τις (υπαρκτές) υπερβολές της αστικής προπαγάνδας, υπάρχει ένα στοιχείο που είναι κομβικό για το πώς κρίνουμε τα αποτελέσματα αυτής της περιόδου: πώς είναι δυνατόν ο θάνατος ενός προσώπου να σημάνει ριζική στροφή στην πολιτική του σοβιετικού κράτους; Ηταν εν τέλει η πολιτική αυτής της περιόδου που δημιούργησε την κοινωνική βάση του οπορτουνισμού που κυριάρχησε από το 1956 και μετά ή αυτό οφείλεται σε άλλους παράγοντες;

4. Εξίσου σημαντική με τη διερεύνηση του παρελθόντος αποτελεί και η μελέτη των σημερινών σοσιαλιστικών κρατών, καθώς και των παραγόντων που συντελούν στη θετική (π.χ. Κούβα) ή αρνητική για τον λαό (π.χ. Κίνα) πορεία τους στις σημερινές συνθήκες. Ειδικά για την Κίνα, θεωρώ ότι το Κείμενο θα έπρεπε να πάρει πιο σαφή καταδικαστική θέση, ενώ για τους περισσότερους, μας είναι πραγματικά άγνωστο το τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στις λαϊκές δημοκρατίες της Β. Κορέας και του Βιετνάμ.

5. Τα εργασιακά δικαιώματα που κατακτήθηκαν στις σοσιαλιστικές χώρες (και βοήθησαν και στην οικοδόμηση του όποιου κράτους πρόνοιας στη Δυτική Ευρώπη) και οι μορφές εργατικού ελέγχου που αναπτύχθηκαν, φαίνεται πως δεν αρκούσαν για να κατανοήσει ο εργαζόμενος λαός την αναγκαιότητα των περιορισμών (στις μετακινήσεις, στην ίδρυση άλλων κομμάτων κ.τ.λ.) και την απατηλή σημασία που έχει ο καταναλωτισμός. Προκύπτει το εξής ερώτημα: ήταν όντως καταπιεσμένος ο εργαζόμενος να εκφράσει την πραγματική του άποψη για τις ανάγκες του και για τη διοίκηση ή απέτυχε το σοβιετικό κράτος και η παιδεία του να διαμορφώσει τον “σοσιαλιστικό” άνθρωπο που δε θα έχει την αστική προσέγγιση στον όρο “ελευθερία” και “συμμετοχή”; Το τελευταίο ερώτημα τίθεται ακόμα πιο επιτακτικά, δεδομένης της απάθειας και αδράνειας της εργατικής τάξης απέναντι στην απώλεια εργατικών κατακτήσεων που παρατηρήθηκε και παρατηρείται σε αυτές τις χώρες μετά τις ανατροπές.

5. Από το Κείμενο των θέσεων, αλλά και με συζητήσεις μου με ανθρώπους που έζησαν σε αυτές τις χώρες, έχω σχηματίσει την παρακάτω άποψη: οι Λαϊκές Δημοκρατίες ξεκίνησαν ως πραγματικά εργατικά κράτη, με εκπληκτικά αποτελέσματα στην ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών και δυναμική συμμετοχή των εργαζομένων, αλλά στην πορεία διαμορφώθηκαν κοινωνικά στρώματα που σφετερίστηκαν την εξουσία και ποσοστό του κοινωνικά παραγόμενου προϊόντος, ακυρώνοντας στην ουσία τον εργατικό χαρακτήρα τους. Δεδομένου ότι αυτή η πορεία φαίνεται να είναι κοινή σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, δεν μπορούμε παρά να προβληματιστούμε πάνω στη θεωρία και στις πρακτικές που εφαρμόστηκαν όπως ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός (σε επίπεδο κοινωνίας) ή η μονιμότητα των διοικητικών στελεχών (θεωρώ πολύ ενδιαφέρον το σχετικό άρθρο του Καθηγητή Οικονομίας και Δικαίου Μ. Β. Ποπόφ “Αλλαγές στο χαρακτήρα της παραγωγής στη διαδικασία οικοδόμησης και ανάπτυξης του σοσιαλισμού” που δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ 2008/2). Το πρόβλημα είναι κομβικό, δεδομένου ότι αν δεν υπήρχε ουσιαστικός εργατικός έλεγχος δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε την άσκηση βίας από το μηχανισμό αυτών των κρατών στο εσωτερικό τους (ακόμα περισσότερο μεταξύ τους π.χ. εισβολή στην Τσεχοσλοβακία) στο όνομα του σοσιαλισμού.

Το πιο σημαντικό κέρδος από αυτήν τη συζήτηση θα είναι να βελτιώσει το Κόμμα τη θεωρία και την πρακτική του, ώστε να διασφαλίσει ότι δε θα επαναληφτούν παρόμοια φαινόμενα, κάτι που θα βοηθήσει να ξεπεραστεί και το “μούδιασμα” των εργαζομένων απέναντι στο όραμα του σοσιαλισμού. Το αίτημα π.χ. για έναν τρόπο οργάνωσης που δε θα οδηγεί στη δημιουργία ξεχωριστού στρώματος υψηλόβαθμων κομματικών στελεχών ξεκομμένων από τους εργαζομένους, πρέπει να αντιμετωπιστεί και στο σήμερα, στο ΚΚΕ, όπου αρκετά συχνά παρατηρείται μακρόχρονη παραμονή στελεχών και ηγεσίας στο πόστο τους, αλλά και τυπικότητα στον έλεγχο της ηγεσίας (ανεξάρτητα από το ότι η γραμμή της είναι συνήθως σωστή) από τη βάση. Αυτήν την εικόνα τουλάχιστον έχω σχηματίσει, εικόνα που ενισχύεται από τις εμπειρίες μου στην ΚΝΕ, όπου συχνά οι κομματικές διαδικασίες διεξάγονται τυπικά και βιαστικά και καταλήγουν σε μια εύκολη αποδοχή των θέσεων που έρχονται από «τα πάνω»..

Τελειώνοντας θα ήθελα να χαιρετίσω τα χιλιάδες μέλη και φίλους του ηρωικού ΚΚΕ, που με πείσμα δίνουν καθημερινά μικρές και μεγάλες μάχες, συμβάλλοντας καίρια στη μικρή ακόμα, αλλά με δυναμική, άνοδο του κινήματος. Εύχομαι κάθε επιτυχία στην πραγματοποίηση του Συνεδρίου του ΚΚΕ, κάτι που θα βοηθήσει σημαντικά κάθε εργαζόμενο της χώρας μας κι όχι μόνο.

Πάσουλας Μανώλης
Αρχιτέκτονας μηχανικός
Για το σοσιαλισμό

Η θέση του Κόμματος ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός ανατράπηκε δεν είναι σωστή. Σίγουρα υπήρχαν κι αποκαλύφθηκαν υπονομευτικές – ανατρεπτικές δράσεις, αλλά αυτές ήταν συστατικό μέρος μιας αντεπανάστασης που είχε κοινωνικοοικονομική αναφορά. Η περεστρόικα κι η κατάληξή της ήταν η τελική πράξη αυτής της διαδικασίας που οι ρίζες της πάνε δεκαετίες πίσω κι έχει να κάνει με την ίδια την εξέλιξη της σοβιετικής κοινωνίας.

Εδώ αρχίζουν οι διαφορετικές ερμηνείες. Ηταν ή δεν ήταν υπαρκτός σοσιαλισμός σ’ αυτές τις χώρες;

Ο Κ. Μαρξ στην ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΚΟΤΑ (εκδ. Σ.Ε. σελ. 12 – 13) αναφέρει: «Μέσα στη συντροφική κοινωνία, τη θεμελιωμένη στην κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής, οι παραγωγοί δεν ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους. Το ίδιο και η εργασία που έχει ξοδευτεί για την παραγωγή προϊόντων δεν παρουσιάζεται εδώ σαν αξία αυτών των προϊόντων…». Κι αμέσως πιο κάτω: «Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κομμουνιστική κοινωνία, όχι όπως έχει εξελιχθεί πάνω στη δική της βάση, μα αντίθετα όπως ακριβώς προβάλλει από την κεφαλαιοκρατική κοινωνία…». Εδώ ο Μαρξ μας λέει ότι στην κατώτερη φάση του κομμουνισμού, το σοσιαλισμό, δε θα υπάρχουν εμπορευματοχρηματικές σχέσεις.

Ο Φρ. Ενγκελς στο ΑΝΤΙ – ΝΤΙΡΙΝΓΚ (εκδ. Αναγνωστίδης, σελ. 420) το λέει ολοκάθαρα: «Από τη στιγμή που η κοινωνία θα πάρει στην κατοχή της τα μέσα παραγωγής, παραμερίζεται η εμπορευματική παραγωγή και, συνεπώς, η κυριαρχία του προϊόντος πάνω στους παραγωγούς. Η αναρχία που επικρατούσε στην κοινωνική παραγωγή αντικαθίσταται από τη σχεδιοποιημένη συνειδητή οργάνωση της παραγωγής…».

Ο Ι. Β. Στάλιν στο βιβλίο του ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ (1951-52) μας εξηγεί για τη διατήρηση της εμπορευματικής παραγωγής και του νόμου της αξίας στο σοσιαλισμό έστω και περιορισμένα. Βλέπουμε να υπάρχει μια διαφοροποίηση από τη μαρξιστική σκέψη και προσπάθεια προσαρμογής της στα σοβιετικά δεδομένα με υποκειμενικό τρόπο. Οι αλλαγές και οι μεταρρυθμίσεις στα επόμενα χρόνια θα διευρύνουν κι εδραιώσουν αυτή τη θέση με αρνητικά αποτελέσματα.

Αλλο βασικό γνώρισμα του σοσιαλισμού είναι η διαδικασία απονέκρωσης του κράτους. Ο Β. Ι. Λένιν αναλύοντας το ΑΝΤΙ-ΝΤΙΡΙΝΓΚ του Ενγκελς στο ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ (εκδ. Σ.Ε., σελ. 21) αναφέρει: «Για απονέκρωση και μάλιστα, ακόμα πιο ανάγλυφα και πιο παραστατικά, για “αποκοίμισμα” μιλάει ο Ενγκελς με απόλυτη σαφήνεια και κατηγορηματικότητα σχετικά με την εποχή ύστερα από τη σοσιαλιστική επανάσταση».

Ο Μαρξ στην ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΚΟΤΑ (εκδ. Σ.Ε., σελ. 24), λέει: «Ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική και την κομμουνιστική κοινωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής μετατροπής της μιας στην άλλη. Και σ’ αυτή την περίοδο αντιστοιχεί μια πολιτική μεταβατική περίοδος, που το κράτος της δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου».

Η οικονομικοκοινωνική καθυστέρηση της Ρωσίας έκανε υπαρξιακό ζήτημα την ανάπτυξή της μέσω καπιταλιστικής περικύκλωσης. Αυτό είχε κι εσωκομματικές αντιπαραθέσεις. Εκεί όμως που η αντιπαράθεση έγινε πάλη για την εξουσία ήταν με την προώθηση των αλλαγών στο Σύνταγμα το 1936. «Με το Σύνταγμα του 1936 καθιερώθηκε η άμεση αντιπροσώπευση, στη βάση της εδαφικής αρχής (εκλογική μονάδα έγινε η περιφέρεια και η αναλογία εκπροσώπησης με βάση τον αριθμό κατοίκων)…» (ΘΕΣΗ 24).

Είναι φανερό ότι μ’ αυτές τις αλλαγές τα Σοβιέτ απονευρώνονται κι οι εργάτες δεν ασκούν ουσιαστικά κανέναν έλεγχο. Εμφανίζονται οι πολιτικοί καριέρας και με τις αλλαγές στην οργάνωση της παραγωγής κλπ., την εξουσία την ασκούν τα ανώτερα κομματικά, κρατικά και διευθυντικά στελέχη. Ετσι ηττήθηκε και συνετρίβη η γενιά της Επανάστασης που μπορούσε και ήταν η εγγύηση της εργατικής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου στη μεταβατική περίοδο. Και δεν εννοώ μόνο ορισμένα κορυφαία στελέχη, αλλά όσους αντιστέκονταν στις αλλαγές που καθιέρωνε το Σύνταγμα του 1936. Με αυτές τις αλλαγές διαπιστώνει ο Στάλιν («Απαντα» τ. 14, εκδ. Σ.Ε., σελ. 179) ότι: «… η ολοκληρωτική νίκη του σοσιαλιστικού συστήματος σε όλους τους τομείς λαϊκής οικονομίας είναι τώρα γεγονός» και πιο κάτω (σελ. 180-181) αμφισβητεί ουσιαστικά τη δικτατορία του προλεταριάτου: «… Μπορούμε ύστερα απ’ αυτό να ονομάσουμε την εργατική μας τάξη προλεταριάτο; Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε». Είναι, λοιπόν, λάθος να λέμε ότι οι εσωκομματικές διαμάχες ήταν μόνο για την εξουσία. Αντίθετα αυτές είχαν ουσία. Το κράτος όχι μόνο δεν αρχίζει τη διαδικασία απονέκρωσής του, αλλά δυναμώνει τους μηχανισμούς του, ενώ και στο Κόμμα ο συγκεντρωτισμός περιορίζει σημαντικά τη δημοκρατία. Αυτό περνά και στη σοβιετική κοινωνία.

«Αρα από το 1936 και μετά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι στη Σοβιετική Ενωση δημιουργήθηκε ένας νέος σχηματισμός, ο σοβιετικός, στον οποίο η κυριότητα των μέσων παραγωγής και των φυσικών πόρων ανήκε στο κράτος και η κατοχή, διαχείριση ανήκε στη διευθύνουσα τάξη» (Κώστας Κάππος, ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ, εκδ. «Αλφειός» 2000, σελ. 66-67).

Είναι, λοιπόν, φανερό ότι η οπορτουνιστική στροφή στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956) δεν έγινε με παρθενογένεση, αλλά εξέφραζε την ολοκληρωτική επιβολή της διευθύνουσας τάξης και την περιθωριοποίηση σ’ ό,τι απέμεινε από μπολσεβικισμό. Η στροφή όμως έγινε 20 χρόνια πριν.

Η διευθύνουσα τάξη της ΕΣΣΔ λόγω γεωπολιτικών συμφερόντων απ’ τις αντιθέσεις της με τον ιμπεριαλισμό, με ατού την κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής και του φυσικού πλούτου, με εργαλείο τον κεντρικό σχεδιασμό, αλλά και την ισχυρή επιρροή της Οχτωβριανής Επανάστασης στην υφήλιο, βοηθούσε αντιιμπεριαλιστικά κι επαναστατικά κινήματα όχι όμως πάντα με επάρκεια και συνέπεια, όπως αποκτά ο διεθνής χαρακτήρας της προλεταριακής – σοσιαλιστικής επανάστασης. Πρώτο σημαντικό αρνητικό βήμα ήταν η οριστική διάλυση της Κομιντέρν (1943). Ακόμα έχοντας υπόψη την ομιλία του Τσε Γκουεβάρα για το Βιετνάμ (ΚΕΙΜΕΝΑ, εκδ. Σ.Ε.) και τη στάση της ΕΣΣΔ απέναντι στη δικτατορία του Βιντέλα στην Αργεντινή (1976-83) κ.ά.

Σίγουρα ο ιμπεριαλιστικός πυρηνικός εκβιασμός ήταν καίριας σημασίας αρνητικός παράγοντας, αλλά η πολιτική της «ειρηνικής συνύπαρξης» εκτός από ουτοπική βόλευε τη διευθύνουσα τάξη της ΕΣΣΔ.

Πρέπει να απαντηθεί, γιατί η αντεπανάσταση σε Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, Πολωνία βρήκε πρόσφορο έδαφος σε εργάτες; Τι ήταν το καθεστώς Τσαουσέσκου στη Ρουμανία; (εκλεκτός σύντροφος των «ανανεωτών του ΚΚΕ Εσωτερικού»). Γιατί οι εργαζόμενοι σ’ αυτές τις χώρες στη μεγάλη τους πλειοψηφία αδιαφορούσαν; Δεν είχαν σοσιαλιστική συνείδηση; Ετσι φαίνεται.

Η ΚΕ να μας πει γιατί τόσα κορυφαία στελέχη ενώ έζησαν σ’ αυτές τις χώρες δεν είδαν τι συμβαίνει; Δεν έβλεπαν ούτε τη διαφθορά που έφθανε ως τα ανώτατα κλιμάκια; Γιατί υποστήριζε την περεστρόικα πάνω από ενάμιση χρόνο από τη νίκη της αντεπανάστασης στις υπόλοιπες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού (Νοέμβρης ‘89 – Ιούνης ‘91);

Απ’ τις εμπειρίες αυτών των χωρών κρατάμε τα θετικά. Τα αρνητικά τα εξετάζουμε και βγάζουμε τα συμπεράσματά μας και ελπίζω να ανοίξει πραγματικά ο διάλογος και να μην κλείσει, ουσιαστικά, με την αποδοχή ή όχι του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η επιστημονική έρευνα δεν μπαίνει σε καλούπια, απλά θα καθυστερήσει και μάλιστα σε κρίσιμες εποχές.

Κλείνω με τα λόγια του Κώστα Κάππου που με βρίσκουν σύμφωνο: «Στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού υπήρχε ένας ιδιαίτερος κοινωνικός σχηματισμός με δικές του παραγωγικές σχέσεις, δικό του εποικοδόμημα, με ανταγωνιστικές τάξεις (διευθύνουσα – εκτελούσα). Υπήρχε ένας αντιιμπεριαλιστικός – αντικαπιταλιστικός σχηματισμός, που τον ονομάζουμε σοβιετικό.

Αυτός ο σχηματισμός δεν είναι το πρότυπό μας. Πρότυπό μας είναι ο σοσιαλισμός – κομμουνισμός των Καρλ Μαρξ – Φρ. Ενγκελς – Β. Ι. Λένιν που είναι η σημαία όλων των ελευθεριών» (ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ, σελ. 317).

Γιάννης Μπιλλήρης 
Κάλυμνος
Το μπλόκο του υπάρχοντος συστήματος σε βάρος του KKE και του λαϊκού κινήματος, οι παράλληλοι αντιλαϊκοί δρόμοι ΠΑΣΟΚ – ΣΥΝ

Από το 1974 με τη μεταπολίτευση στη χώρα μας, ο ντόπιος και ξένος παράγοντας – και ιδίως ο Αμερικάνικος – πιέζουν τις πολιτικές εξελίξεις βασισμένοι πάνω σε δύο κόμματα: τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Από την εποχή εκείνη το τελευταίο έστεκε σαν ανάχωμα στροφής των ψηφοφόρων προς το ΚΚΕ. Το ΠΑΣΟΚ πιστεύω ότι ήταν πιο βατό για το σύστημα στη χώρα μας. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 διαπιστώνουμε πως ξεκόβει από τις λαϊκές μάζες και κύρια από την εργατική τάξη της χώρας από οικονομικής πλευράς, αν και διατηρούσε ακόμη πολιτική – συνδικαλιστική σχέση μαζί τους. Μας προκαλεί εντύπωση ο τρόπος κάλυψης των υπέρογκων εκλογικών του εξόδων, αφού το ΠΑΣΟΚ είχε πάψει να κάνει οικονομικές εξορμήσεις στο λαό. Και αφού δε δεσμευόταν από το λαό, τους εργαζόμενους και γενικά τα λαϊκά στρώματα, αυτό σήμαινε πως υπήρχε εξάρτηση και δέσμευση απέναντι στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Αλλά και οι εξορμήσεις της περιόδου 1974 – 1981 γινόντουσαν μάλλον για να παραπλανήσει το λαό, ότι τάχατες είναι κόμμα σοσιαλιστικό και πασχίζει για τους εργαζόμενους και τα συμφέροντά τους. Ομως, ο Ανδρέας Παπανδρέου λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο – λαό. Καταρχήν δεν μπορεί από την ίδια τους τη φύση να συνυπάρξουν καπιταλισμός και σοσιαλισμός. Είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι. Τώρα πώς ο Α. Παπανδρέου εννοούσε το σοσιαλισμό, αυτό το ήξερε μόνο ο ίδιος και οι Αμερικάνοι.

Από το 1994 και μετά το θάνατό του ή και με την υποχώρηση του Σοσιαλισμού στη ΣΕ και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες, έδειξε ξεδιάντροπα πλέον το ΠΑΣΟΚ το πραγματικό του πρόσωπο. To 1992 επικύρωσε τη Συνθήκη του Μάαστριχτ στο ελληνικό κοινοβούλιο και με την ψήφο ΝΔ – ΣΥΝ. Τις ολέθριες συνέπειές της βιώνει μέχρι και σήμερα στο πετσί του ο λαός μας.

Στις Θέσεις για το 18ο Συνέδριο και στο 5ο Κεφάλαιο, γίνεται αναφορά στις εξελίξεις στον πολιτικό και κοινωνικό συσχετισμό και την κρίση στο ΠΑΣΟΚ (Θέση 47) «Το ΠΑΣΟΚ είναι επίσης κόμμα της αστικής τάξης, που δοκιμάζεται από μακροχρόνια κρίση. Πρόκειται για κρίση της σοσιαλδημοκρατίας και της δυνατότητας να ενσωματώνει λαϊκές δυνάμεις αφού ταυτίζεται στρατηγικά με τη ΝΔ. Εχει χάσει τη δυνατότητα να χειραγωγεί – όπως πριν – τα εργατικά και λαϊκά στρώματα στο όνομα του “κοινωνικού κράτους” και του “τρίτου δρόμου”».

Αυτόν τον πολιτικό ασθενή θα προσπαθήσουν για να τον αναστήσουν τα αστικά ΜΜΕ με τις δημοσκοπήσεις, που λανσάρουν σε κεντρικά δελτία ειδήσεων και τα πρωινάδικά τους. Αυτό το τέρας, που τρώει τα σωθικά του εργαζόμενου λαού, δεν μπορεί να έχει κοινωνικό χαρακτήρα, δεν εξανθρωπίζεται παρά μονάχα ανατρέπεται. Τη θέση του νομοτελειακά κατακτά ο εργαζόμενος λαός και το δικό του σύστημα, ο σοσιαλισμός – κομμουνισμός, άλλος «σοσιαλισμός» δεν υπάρχει για να διαλέξεις. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει, είναι υποκρισία, ψευτιά και απάτη.

Ενώ μέχρι πριν λίγο είχαμε ένα ΠΑΣΟΚ στον εκμαυλισμό συνειδήσεων των εργαζομένων, μας προέκυψε τελευταία σ’ αυτό το ρόλο ένα «νέο φρούτο», που λέγεται ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ. Ερχεται για το σύστημα να παίξει το ρόλο του «αριστερού κόμματος», που έπαιζε πριν και το ΠΑΣΟΚ. Τον Συνασπισμό, που συμβάλαμε στη δημιουργία του και ζήσαμε καλά στο πετσί μας την εξέλιξή του σαν κομμουνιστές. Αποδείχτηκε ένα μεγάλο λάθος για την πορεία του επαναστατικού και λαϊκού κινήματος. Μάρτυρας αδιάψευστος το 13ο Συνέδριο του Κόμματος όπου κοντέψαμε να διαλυθούμε σαν Κόμμα. Εκείνη η διάσπαση μάς βγήκε σε τελικά καλό, για σκεφτείτε να είχαμε σήμερα στα πόδια μας τους διάφορους Δαμανακο – Ανδρουλάκηδες;

Μ’ αυτά και μ’ αυτά μαζέψαμε τα κομμάτια μας και ανασυγκροτηθήκαμε, μια ανασυγκρότηση που μας κόστισε 15 ολάκερα χρόνια. Σήμερα αυτό το τέκνο, που γεννήσαμε, είναι ο κύριος αντίπαλός μας και συνεργάζεται συνδικαλιστικά σε πολλά πρωτοβάθμια Σωματεία, σε Εργατικά Κέντρα και στη ΓΣΕΕ με ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Παίζει πλέον το ρόλο του ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1974 – 1980. Είναι ένας πολιτικός φορέας – εμπόδιο στην καθημερινή μας δράση. Δεν είναι απροσδιόριστος ο ρόλος του, είναι σαφής και πολύ συγκεκριμένος. Είναι κόμμα στήριγμα του υπάρχοντος συστήματος, δε διαχωρίζει τη θέση του από τ’ άλλα κόμματα ΠΑΣΟΚ – ΝΔ – ΛΑ.Ο.Σ. και συμπλέει μαζί τους στις κύριες πολιτικές επιλογές. Δεν μπορεί να κάνει λόγο για σοσιαλισμό – κομμουνισμό, αυτές τις αρχές και αξίες τις έχουν προ πολλού απαρνηθεί και προδώσει. Αρα αποτελούν ένα «τερατάκι» μέσα στο μεγάλο τέρας, που λέγεται καπιταλισμός, ιμπεριαλισμός, εκμεταλλευτικό σύστημα.

Αν σήμερα είχαμε δύο κόμματα εκφραστές των ταξικών συμφερόντων π.χ. ΚΚΕ και ΝΔ, οι κρατούντες του συστήματος δε θα νιώθανε και τόσο καλά. Και ακριβώς γι’ αυτό διατηρούν και 1, 2, 3, 4 κόμματα, «κόμματα ρεζέρβες» του υπάρχοντος συστήματος.

Αντωνιάδης Γρηγόρης
ΚΟΒ Κουφαλίων Θεσσαλονίκης
Για το Δεύτερο Θέμα

Σε πολλά σημεία των Θέσεων για το Σοσιαλισμό γίνεται αναφορά στον Υποκειμενικό Παράγοντα. Νομίζω ωστόσο ότι ο ρόλος που αυτός έπαιξε στην παλινόρθωση του καπιταλισμού δεν έχει επαρκώς αξιολογηθεί.

Θέση 2. Λέει: «…ξεπέρασμα των στοιχείων ανωριμότητας που χαρακτηρίζουν την κατώτερη βαθμίδα το σοσιαλισμό…» και

«Ανώριμος Κομμουνισμός σημαίνει ότι δεν έχουν επικρατήσει πλήρως οι κομμουνιστικές σχέσεις στην παραγωγή και την κατανομή»…

Πιστεύω πως σε αυτό το στάδιο εξίσου, αν όχι πιο σημαντικό, είναι το να οικοδομηθεί και να ωριμάσει, να επικρατήσει πλήρως ο λεγόμενος νέος άνθρωπος. Αυτός που θα βλέπει μπροστά, απαλλαγμένος από όλα τα σύμφυτα με τον καπιταλισμό ελαττώματά του: Την ανασφάλεια που ωθεί στο κυνήγι του χρήματος, αλλά και τη μισαλλοδοξία, τον εγωκεντρισμό, το συγκεντρωτισμό, τον καριερισμό, το ψέμα για την επιτυχία των παραπάνω.

Ο νέος άνθρωπος που δεν οικοδομήθηκε στους επιζήσαντες του παγκόσμιου πολέμου (με τους ακριβούς 20.000.000 νεκρούς αγωνιστές), στα 70 τόσα χρόνια του Σοσιαλισμού.

Αν είχε οικοδομηθεί ο νέος άνθρωπος, που θα ήταν έτοιμος να δεχτεί την αρχή «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» θα είχε ωριμάσει, ώστε να αντιληφθεί έγκαιρα και να αποτρέψει την κατρακύλα προς τους νόμους της αγοράς…

Δε θα παρασυρόταν από τις σειρήνες του καπιταλιστικού παραδείσου, θα είχε έγκαιρα αντιδράσει προτού σιγά – σιγά κυριαρχήσουν οι τάσεις που έκαναν τη σοσιαλιστική παραγωγή εμπόρευμα, το πριμ απάτη-συναλλαγή.

Και φυσικά πολύ πριν η κλίκα του Γκορμπατσόφ καταλάβει την εξουσία.

Και θα ‘χε έτσι αποφευχθεί το πισωγύρισμα της ιστορίας και η απροσμέτρητη δυστυχία των λαών, όχι μόνον εκείνων που υπέκυψαν στην παλινόρθωση του καπιταλισμού…

Στη Θέση 3. Λέει «…στη συνέχεια αναπτύσσονται οι κομμουνιστικές σχέσεις και ο νέος άνθρωπος…».

Οχι, σύντροφοι. Πιστεύω ακράδαντα πως αν δε διαμορφωθεί και δεν υπάρξει πολύ έγκαιρα, αν δεν ωριμάσει ο αληθινός σοσιαλιστής, αυτός ο νέος άνθρωπος, κάποιες άλλες γενιές θα ξαναδοκιμάσουν τη δική μας βαθιά πίκρα, λόγω άλλων, μελλοντικών ανατροπών…

Η ανίχνευση της Ιστορίας τότε δικαιώνεται πραγματικά και ανοίγει το δρόμο, όταν έχει ως αποτέλεσμα τον εντοπισμό και την αποφυγή όλων εκείνων των συνθηκών που τον έκλεισαν…

Αυτόν το νέο άνθρωπο πρέπει σιγά και σταθερά από τώρα να τον οικοδομούμε μέσα στο Κόμμα μας. Σε όλη την κλίμακα, αλλά ιδιαίτερα στα μεσαία στελέχη και τα απλά μέλη.

Η επιλογή και ανάδειξη στελεχών είναι πολύ σημαντική υπόθεση, για να προωθείται με βάση ατομικές γνωριμίες ή επιφανειακά κριτήρια. Το ίδιο ισχύει για την επιλογή επαγγελματικών στελεχών. Το Κόμμα μας έχει πολύ πικρή εμπειρία από την άστοχη ανάδειξη στελεχών, ακόμα και ή κυρίως επαγγελματικών. (Που βρίσκονται σήμερα διάσπαρτα σε όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα).

Η απαρέγκλιτη τήρηση των καταστατικών μας αρχών αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κριτήριο.

Συντροφικά

Ρένα Λευκαδίτου
Σημειώσεις για το σοσιαλισμό

1. Είναι αυτονόητο ότι χωρίς παραγωγή δεν υπάρχει κατανομή. Παράλληλα «ο χειρόμυλος μας δίνει τη φεουδαρχική κοινωνία, ο ατμόμυλος την κοινωνία των βιομηχανικών καπιταλιστών» (Μαρξ). Το πρώτο ερώτημα λοιπόν είναι ποια πρέπει να είναι τα αντίστοιχα του σοσιαλισμού – κομμουνισμού, υλικοτεχνικά χαρακτηριστικά της οικονομικής βάσης. Μήπως η εκμηχανισμένη – αυτοματοποιημένη και στον κομμουνισμό πλέρια αυτοματοποιημένη παραγωγή;

Αν ναι, τότε θα πρέπει να υπάρχει για τη χώρα μας αναφορά α) στα χαρακτηριστικά της βιομηχανίας, στις συνέπειες που απορρέουν απ’ τη συμμετοχή της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας β) στους τρόπους αντιμετώπισης της οικονομικής εξάρτησης, των συνεπειών της απουσίας βαριάς βιομηχανίας. Στόχος, η προβολή των δυνατοτήτων ανάπτυξης των μέσων παραγωγής, στο πλαίσιο σύνδεσης της εντατικής διευρυμένης αναπαραγωγής με την εργατική συμμετοχή και την προστασία ανθρώπου-περιβάλλοντος.

Μόνο στη βάση ανάλυσης της υφιστάμενης τεχνικοοικονομικής παραγωγικής δομής και της σκιαγράφησης των δυνατοτήτων της μελλοντικής είναι δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων για τις δυνατότητες, διαδικασίες, μεγέθη, μορφές και ρυθμούς ανάπτυξης α) της πραγματικής κοινωνικοποίησης και όχι τυπικής β) του κεντρικού σχεδιασμού γ) της συμμετοχής των εργαζομένων στη διοίκηση κατ’ αρχάς του παραγωγικού μηχανισμού, και τέλος για το ρυθμό απονέκρωσης του νόμου της αξίας και των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων.

Πρόκειται επί της ουσίας, ανεξάρτητα από αδυναμίες, για το οικονομικό πρόγραμμα που το κόμμα απ’ το ‘70 αντιστοιχούσε στη «δημοκρατία του λαού» και είχε ως στόχο την αντιμετώπιση της οικονομικής εξάρτησης, της στρεβλής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην εισήγηση της ΚΕ στο 15ο Συνέδριο αναφερόταν ότι η αντιμετώπιση των συνεπειών της εξάρτησης «δεν μπορεί να γίνει από οποιαδήποτε κυβέρνηση, εκτός από την εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της» (Ντοκουμέντα 15ου σελ. 31.) Ομως, η απουσία σχετικών οικονομικών αναλύσεων και καθηκόντων, ιδιαίτερα στις Θέσεις για το 18ο, στερεί την υλική βάση για όλες τις υπόλοιπες εκτιμήσεις, προσδίδοντάς τους βολουνταριστικό χαρακτήρα.

Από πού αντλεί η ΚΕ τη σιγουριά (σελ. 40) ότι με την «υλοποίηση του πρώτου κρατικού σχεδίου, ήδη περιορίζεται η λειτουργία των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων»;

Πρόκειται για ευχή ή πραγματική δυνατότητα; Αν πρόκειται για δυνατότητα, η ΚΕ θα έπρεπε να εξηγεί, βασιζόμενη σε επιστημονικές μελέτες, τι είδους τιμές θα μπορούσε να καθορίσει ο κεντρικός σχεδιασμός, όταν το μεγαλύτερο μέρος του μηχανολογικού εξοπλισμού της βιομηχανίας και μέρος των καυσίμων, είναι εισαγόμενο. Αν πρόκειται για υπόθεση του μακρινού μέλλοντος, ποια είναι τα συγκεκριμένα άμεσα μέτρα που θα έπρεπε να πάρει μια εργατική εξουσία, προκειμένου να καταστούν εφαρμόσιμες όλες οι υπόλοιπες επιδιώξεις; Πάντως, η άποψη στην ίδια παράγραφο, ότι ο συνεχής περιορισμός τους «…συνδέεται με τη σχεδιασμένη επέκταση των κομμουνιστικών σχέσεων σε όλη την παραγωγή και την κατανομή…» μας επαναφέρει στην αρχή, καθώς η «επέκταση των κομμουνιστικών σχέσεων» συνδέεται με την ανάπτυξη των Π.Δ. Το πρόβλημα είναι ότι εκτός μιας αοριστολογίας (σελ. 38), σχετικές αναφορές απουσιάζουν και μάλιστα για την υποδιαίρεση Ι.

Η εργατική τάξη δεν επιλέγει ελεύθερα τις Π.Δ. της, αντιστοιχώντας τους τις Π.Σ. που επιθυμεί, και οι νέες Π.Σ. αποτελούν μορφή ανάπτυξης των Π.Δ. μόνο όταν αρχικά, μετατρέπουν υπάρχουσες δυνατότητες σε υλική δύναμη.

Μόνο οικοδομώντας σταδιακά μια αντίστοιχη του σοσιαλισμού οικονομική βάση αποκτούν νόημα οι αναφορές στον άμεσο κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας καθώς και στην ολοκληρωτική κατάργηση των άλλων μορφών ιδιοκτησίας. Οταν δηλαδή εξαλείφεται σταδιακά ο κατακερματισμός της παραγωγικής δραστηριότητας και ησοσιαλιστική οργάνωση της εργασίας αποδεικνύει έμπρακτα την ικανότητά της να ικανοποιεί τις αυξανόμενες ανάγκες του πληθυσμού, μέσω ενός βασικού κριτηρίου: της ανόδου της παραγωγικότητας(αύξηση αποδοτικότητας εργασίας, χρήσης μηχανολογικού εξοπλισμού, εξοικονόμησης πόρων, με μείωση εργάσιμου χρόνου, προστασία ανθρώπου-περιβάλλοντος).

Σε γενικές γραμμές και σε ό,τι αφορά τα ζητήματα κατανομής και του νόμου της αξίας, η ΚΕ θέτει ζητήματα που δεν μπορεί να λύσει, αν πρώτα δεν καταπιαστεί με τη μελέτη των χαρακτηριστικών της υλικοτεχνικής βάσης του σοσιαλισμού – κομμουνισμού. Φαίνεται ότι οι Θέσεις βρίσκονται πίσω και από την ελλιπή-μονόπλευρη αναφορά του κομματικού προγράμματος: «Η σοσιαλιστική εξουσία υπολογίζει την επίδραση της λειτουργίας του νόμου της αξίας, αξιοποιεί τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις στα πλαίσια της σχεδιασμένης παραγωγικής και της κοινωνικής ιδιοκτησίας…» (Ντοκουμέντα 15ου σελ. 128).

2. Η συμμετοχή των εργαζομένων αποτελεί ηθικο-πολιτική υποχρέωση απέναντι στην εργατική τάξη ή υλική αναγκαιότητα;

Η νέου τύπου ανάπτυξη του παραγωγικού μηχανισμού δημιουργεί προϋποθέσεις για την αναβάθμιση του ρόλου του εργαζόμενου, την αλλαγή του χαρακτήρα της εργασίας, δρομολογώντας τη σταδιακή κατάργηση του καταμερισμού εργασίας μεταξύ εκτελεστικών και διευθυντικών καθηκόντων. Η αξιοποίηση των προϋποθέσεων αυτών απαιτεί για την ανάπτυξη του ανθρώπου, της κύριας Π.Δ., τη διαμόρφωση ενός πλέγματος πολιτικών συνθηκών που θα διασφαλίζει την ολόπλευρη μόρφωση και ενημέρωσή του για όλες τις δημόσιες υποθέσεις, την ελευθερία έκφρασης. Αυτό αποτελεί αντικειμενική συνθήκη για την ουσιαστική και όχι τυπική συμμετοχή των εργαζομένων στην άσκηση εργατικού και κοινωνικού ελέγχου. Αποτελεί υλική ανάγκη για τη διαμόρφωση ενός νέου τύπου παραγωγού.

Οσο περισσότερο η αναζήτηση, η μελέτη πληροφοριών και εκτιμήσεων, η αντιπαράθεση και η εξαγωγή συμπερασμάτων απορρέει από το ίδιο το αντικείμενο ή πεδίο εργασίας, όσο περισσότερο η εργασία αποκτά επιστημονικό χαρακτήρα, ή πρέπει να αποκτήσει, τόσο πιο αναγκαία γίνεται η παραπάνω συνθήκη.

Οι Θέσεις σελ. 42 αναφέρουν: «Πυρήνες της εργατικής εξουσίας θα είναι οι παραγωγικές μονάδες.. στους οποίους θα ασκείται και ο εργατικός και κοινωνικός έλεγχος της διεύθυνσης… Θεσμοθετείται και πρακτικά εξασφαλίζεται η άσκηση του εργατικού και κοινωνικού ελέγχου, η απρόσκοπτη άσκηση κριτικής σε αποφάσεις… που εμποδίζουν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, η καταγγελία υποκειμενικών (;) αυθαιρεσιών… παρεκκλίσεων από τις σοσιαλιστικές – κομμουνιστικές αρχές».

Ομως, α) Ο έλεγχος περιορίζεται στη διεύθυνση της ξεχωριστής μονάδας, αφού δεν αναφέρει και όλες τις δημόσιες υποθέσεις.

β) Χωρίς ενημέρωση, διαφάνεια όλων των δημόσιων υποθέσεων, εξασφάλιση της ελεύθερης έκφρασης, συμμετοχής των εργαζομένων στις πολιτικές διαδικασίες, τα παραπάνω αποτελούν κενό γράμμα.

γ) Αλλες «κομμουνιστικές αρχές» είχε το ΚΚΣΕ τη δεκαετία του ‘20 άλλες τη δεκαετία του ‘30 και ‘60. Οποιος θεωρούσε ότι αυτές οι αρχές δεν ήταν κομμουνιστικές επιδιώκοντας να ασκήσει κριτική, τι «πρακτικές» δυνατότητες είχε και θα έχει;

Οι Θέσεις βρίσκονται πίσω απ’ το πρόγραμμα, το οποίο αναφέρει: «η σοσιαλιστική δημοκρατία θα κατοχυρώνει την ύπαρξη των κομμάτων που δρουν μέσα στα πλαίσια του σοσιαλιστικού συντάγματος. Κοινωνικοπολιτικές ενώσεις (…) αναπτύσσουν το δικό τους σημαντικό ρόλο (…) ιδιαίτερα τα εργατικά συνδικάτα είναι οι φορείς με τους οποίους η εργατική τάξη ελέγχει το κράτος της, προστατεύεται από κινδύνους (…) απόσπασης από το γενικό συμφέρον» (Ντοκουμέντα σελ. 126).

«Πού είναι η αναφορά στο ρόλο των εργατικών ενώσεων; Εδώ όμως φαίνεται και η αποσιώπηση των σοβαρών παραβιάσεων της εσωκομματικής και σοσιαλιστικής δημοκρατίας καθ’ όλη σχεδόν την περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού (Κεφάλαιο Γ.).

Το ΚΚ για να συμβάλει στη δημιουργία ολόπλευρα ανεπτυγμένων προσωπικοτήτων πρέπει ήδη κατά την περίοδο οικοδόμησης των βάσεων του σοσιαλισμού, να προσελκύει ενεργά το σύνολο των εργαζομένων στις υποθέσεις της νέας κοινωνίας, θεωρώντας την αντιπαράθεση και σύγκρουση ιδεών κινητήρια δύναμη της πνευματικής ανάπτυξης, αφού αυτή σε γενικές γραμμές αντανακλά λίγο ή πολύ πραγματικά προβλήματα στα οποία προσκρούουν οι εργαζόμενοι στην καθημερινή τους ζωή και απορρέουν από τις αντικειμενικές αντιφάσεις της υλικής τους αναπαραγωγής. Ο περιορισμός αυτής της ελευθερίας αποσύνθεσε στις σοσιαλιστικές χώρες την πολιτική συγκρότηση της εργατικής τάξης, την απονέκρωσε πνευματικά, μετατρέποντάς τη σε άβουλο χειροκροτητή της κάθε κομματικής ηγεσίας και του πολιτικού προγράμματος που αυτή εκπροσωπούσε.

Η κριτική αντίληψη, η επαγρύπνηση, η τόλμη, η ετοιμότητα για ανάληψη δράσης για την υπεράσπιση και ανάπτυξη του σοσιαλισμού, η ανιδιοτέλεια και γενικά η ηθική ακεραιότητα είναι ιδιότητες που αναπτύσσονται, μόνο στο βαθμό που ασκούνται. Αποτελούν τη μόνη εγγύηση για την επιβίωση του σοσιαλισμού, για τη διατήρηση και ανάπτυξη του πρωτοπόρου ρόλου ενός κομμουνιστικού κόμματος.

Παναγιώτης Λίτσας
ΚΟΒ Ανω Κυψέλης
Για τη συσπείρωση των μαζών

Οι Θέσεις της ΚΕ ανταποκρίνονται στους στόχους και στις ανάγκες που απορρέουν από το χαρακτήρα και τη στρατηγική του ΚΚΕ για τη λαϊκή εξουσία και οικονομία, το σοσιαλισμό.

Αναμφίβολα το κόμμα μας βρίσκεται σε ανοδική πορεία, σε καλύτερη θέση συγκριτικά με την περίοδο του 17ου. Η πρόοδος αυτή οφείλεται στη μακρόχρονη δουλειά που τα αποτελέσματά της γίνονται σήμερα περισσότερο ορατά. Στο τετράχρονο έγιναν θετικά βήματα στην ενίσχυση του Κόμματος, στον καλύτερο πολιτικοϊδεολογικό και οργανωτικό προσανατολισμό της δουλειάς του στην εργατική τάξη και στη νεολαία, σοβαρά βήματα στην εκλαΐκευση της πρότασης πολιτικής διεξόδου, στη διαμόρφωση κεντρικών επεξεργασιών με βάση τη στρατηγική μας, όπως και θετικά βήματα στο κίνημα. Στο ίδιο διάστημα η επιβεβαίωση της πολιτικής του ΚΚΕ έγινε ορατή σε πλατύτερες μάζες, πράγμα που σ’ ένα βαθμό εισπράττουμε σήμερα σε πολλούς τομείς. Ολα αυτά αυξάνουν τις απαιτήσεις.

Ο προβληματισμός του παρόντος κειμένου αφορά στη δουλιά του κόμματος για τη συσπείρωση δυνάμεων γύρω από την πολιτική του, την ενίσχυση της αντιιμπεριαλιστικής πάλης, τη συγκέντρωση δυνάμεων για τη συγκρότηση του ΑΑΔΜ

Στην εξέταση του παραπάνω προβλήματος επισημαίνω τα παρακάτω:

  • Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και δυσκολιών για την περαιτέρω μακροημέρευση του δικομματικού σκηνικού, τα μικρά βήματα στη διεύρυνση των δυνάμεων στα μέτωπα συσπείρωσης και πάλης, δεν αντιστοιχούν με την αύξηση της επιρροής του ΚΚΕ, τη γενικότερη επίδραση του στις λαϊκές μάζες και στο πολιτικό σκηνικό. Παρά τη γενικότερη πρόοδο του κόμματος, αυτά τα βήματα δεν αντιστοιχούν επίσης και στις γενικότερες διεργασίες που συντελούνται στις λαϊκές συνειδήσεις. Πρέπει να μελετήσουμε περισσότερο, να βαθύνουμε πάνω στην υπάρχουσα γραμμή για τη συσπείρωση λαϊκών δυνάμεων, προκειμένου να επιτύχουμε την έξοδο στην πάλη πλατιών λαϊκών μαζών. Σε αυτό το δύσκολο καθήκον πρέπει να ανταποκριθούμε σε συνθήκες ελιγμών και σχετικής ενδυνάμωσης του ρεφορμισμού, του οπορτουνισμού και της σοσιαλδημοκρατίας και των πολιτικών τους φορέων που, φορώντας την προβιά του «φίλου του λαού», υπονομεύουν τη λαϊκή πάλη και την προοπτική απεγκλωβισμού του λαού από «λύσεις» μέσα στο σύστημα. Η ασταμάτητη αντιπαράθεση μαζί τους είναι όρος για την αποτελεσματικότητα της πάλης, για να αποδεσμεύονται λαϊκές δυνάμεις από την επιρροή τους, για να ενισχύεται η συσπείρωση του λαού, το Μέτωπο για τη λαϊκή εξουσία και οικονομία.
  • Η πρόοδος στην προσαρμογή της δουλειάς με βάση τη στρατηγική, είναι ακόμη στην αρχή. Δεν έγιναν όσα απαραίτητα βήματα μπορούσαν να γίνουν. Η αναφορά στην ανάγκη αυτή αν δε συνοδεύεται από μέτρα επεξεργασίας και εξειδίκευσης της γενικής πολιτικής γραμμής στο χώρο ευθύνης, ενδέχεται να παρερμηνεύεται ή ακόμα και, κάτω από το βάρος των δυσκολιών, να μετατρέπεται σε άλλοθι για την υποβάθμιση της πάλης για συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων πάνω σε «μικρά» και μεγάλα προβλήματα που απασχολούν τις μάζες, με συνέπεια να «αρκούμαστε» σε δουλειά μικρής εμβέλειας, κυρίως γύρω από τις δυνάμεις μας. Υπάρχει λοιπόν ο κίνδυνος κάθε αναφορά στη δουλιά με βάση τη στρατηγική, στην πράξη να παραμένει κενό γράμμα αν δε συνοδεύεται από κοπιώδη επεξεργασία που να απαντά συγκεκριμένα και σε κάθε χώρο το πώς θα γίνεται η διεύρυνση των δυνάμεων, η ενίσχυση της λαϊκής συσπείρωσης και η ανάπτυξη της κοινωνικής συμμαχίας. Με ποια αιτήματα – κρίκους θα προωθείται αυτή. Δεν αρκούν οι όποιες από τα πάνω επεξεργασίες. Πρέπει η ικανότητα εξειδίκευσης για τη συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων και την κοινωνική συμμαχία, να κάνει τώρα πραγματικά και όχι εμβρυακά βήματα. Με αποτελέσματα σε βασικούς χώρους. Επομένως χρειάζεται πολύ δουλειά ακόμη για να πούμε ότι έχουμε κάνει αξιοσημείωτα βήματα στην εξειδίκευση με βάση τη στρατηγική μας κατά χώρο, κλάδο, κίνημα. Αν είχαμε κάνει περισσότερα βήματα, αυτά θα οδηγούσαν σε πιο ορατή συσπείρωση δυνάμεων. Η εκτίμηση αυτή καθόλου δε μειώνει τις εξαίρετες προσπάθειες που γίνονται ιδιαίτερα σε εργατικούς κλάδους.
  • Ο σχεδιασμός και η καθημερινή δράση που υποτάσσεται και υπηρετεί τη στρατηγική του κόμματος όχι μόνο δε δυσκολεύει, αλλά απελευθερώνει δυνατότητες, δίνει διέξοδο και απάντηση στα λαϊκά προβλήματα και στις αιτίες τους, στην κατεύθυνση της πάλης και στην προοπτική των αγώνων. Αν σωστά κατανοείται, αν σωστά και με κόπο εξειδικεύεται κατά κλάδο, τομέα, κίνημα, τότε παρά τις δυσκολίες μπορεί να δώσει φτερά στην υπόθεση της συσπείρωσης ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων που εξακολουθεί να παραμένει ισχνή, μπορεί να δώσει πνοή, δύναμη και «υλικό» για τη συγκρότηση του Μετώπου.
  • Η δουλειά με βάση τη στρατηγική δε σημαίνει φυσικά ότι η συσπείρωση των ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων γίνεται με τη στρατηγική του ΚΚΕ, αλλά με αιτήματα και πλαίσιο πάλης που παίρνουν υπόψη τις ανάγκες των εργαζομένων και το επίπεδο των μαζών, με αιτήματα που στη συνολική τους κατεύθυνση ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αντιιμπεριαλιστικής πάλης, ενισχύουν την κοινωνική συμμαχία γύρω από κοινά αιτήματα και στόχους, υπηρετούν τη συσπείρωση δυνάμεων σε αντιιμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση. Επομένως, χρειάζεται πολύ περισσότερη προσπάθεια για να αποκτηθεί η ικανότητα εξειδίκευσης της δουλειάς και των στόχων με βάση τη στρατηγική του κόμματος και όχι με μια τυχόν λαθεμένη ερμηνεία στο πώς αυτή προωθείται. Η ενίσχυση αυτού του στοιχείου μέχρι την ΚΟΒ μπορεί να δώσει σημαντική πείρα, πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο στη δράση της, να ανανεώσει και δυναμώσει τους αγωνιστικούς δεσμούς της με τις μάζες, να θέσει σε κίνηση ευρύτερες δυνάμεις. Οπως δείχνουν ορισμένες σχετικά πρόσφατες εσωτερικές και διεθνείς εξελίξεις και φαινόμενα, υπό ορισμένους όρους, μπορεί ακόμη και για τα πιο «απλά» ως τα πιο σύνθετα προβλήματα, να επιτευχθεί συσπείρωση μαζών, έξοδός τους στο πεδίο της πάλης. Σε τέτοιες εξελίξεις το κόμμα πρέπει να είναι έτοιμο. Μέσα στις μάζες και μπροστάρης σε όλα τα προβλήματά τους. Στην κορυφή και στη βάση. Ετσι ανδρώθηκε 90 χρόνια. Ως εμπνευστής και οργανωτής της πάλης και αδιάλλακτος πολέμιος του οπορτουνισμού και συμβιβασμού μέσα στο λαϊκό κίνημα. Η ανάγκη βελτίωσης της ικανότητας συσπείρωσης δυνάμεων μπρος στις επερχόμενες βαριές συνέπειες για τα λαϊκά στρώματα από την οικονομική κρίση, αποκτά βαρύνουσα σημασία, οπότε πρέπει να σκύψουμε περισσότερο στο πρόβλημα αυτό.
Γιάννης Νάκης
μέλος της ΚΕ
Η δεκαοκταετία που πέρασε

Οι Θέσεις της ΚΕ εγκρίνονται πανηγυρικά στις προσυνεδριακές διαδικασίες. Αυτό δεν εκφράζει μόνο την όλο και πιο στέρεα εμπεδούμενη αντίληψη ότι η πολιτική του ΚΚΕ επιβεβαιώνεται. Σημαίνει και κάτι, που δεν είναι πάντα αυτονόητο: Με ποιες αντιλήψεις η πολιτική του ΚΚΕ συγκρούστηκε και κατισχύει. Αυτή η κατίσχυση αποτελεί τη διαμορφωμένη υποδομή για να προχωρήσει το Κόμμα αποφασιστικά, με βάση το σύνθημα «ΚΚΕ ισχυρό – αντεπίθεση».

Η ουσιαστική βελτίωση της καθοδηγητικής δουλειάς όλων των κομματικών οργάνων συνδέεται ανάμεσα σε άλλα και με τη βαθιά αφομοίωση της πείρας της 18ετίας που πέρασε.

1. Το ΚΚΕ τεκμηρίωσε στο Πρόγραμμά του ότι η επανάσταση στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική. Δηλαδή, ότι ανάμεσα στη σημερινή και στην εργατική εξουσία δεν παρεμβάλλεται άλλη, δεν υπάρχει άλλη. Σε αυτή τη βάση στηρίζεται η επικαιρότητα του σοσιαλισμού. Σε αυτή αναπτύσσεται η τακτική δημιουργίας του ΑΑΔΜ και η στρατηγική της λαϊκής εξουσίας, δηλαδή της σοσιαλιστικής για το ΚΚΕ, που την επεξεργάστηκαν παραπέρα το 16ο και το 17ο Συνέδριο. Το γεγονός ότι το Μέτωπο δεν ξεκινάει υποχρεωτικά ως επαναστατικό, αλλά διαμορφώνεται ως τέτοιο στην πορεία, σε τίποτα δεν αλλάζει το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της επανάστασης.

Δίχως αυτή τη στρατηγική, δε θα υπήρχε η επιβεβαιωμένη πολιτική του Κόμματος, ενώ θα ακυρωνόταν η στρατηγική του, αν το ΚΚΕ αποδεχόταν τα περί «εξαρτημένης Ελλάδας που δε βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο», όπως γράφτηκε στον προσυνεδριακό διάλογο. Αυτή η αντίληψη σημαίνει απόρριψη του Μετώπου ως τακτικής και της ουσίας του, σημαίνει πάλη όχι για τη λαϊκή εξουσία, σημαίνει ρεφορμισμό, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αρθρογράφο.

Η γραμμή για την οικοδόμηση του ΑΑΔΜ δεν υλοποιείται στη λογική της «κοινής δράσης πάνω στα προβλήματα» (με ποιους άραγε; Τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ;). Οικοδομείται με την ισχυροποίηση του επαναστατικού ΚΚΕ και στο έδαφος της αντιπαράθεσης με τη στρατηγική του κεφαλαίου. Δηλαδή, το Μέτωπο διαμορφώνεται στη γραμμή που φέρνει το αύριο στο σήμερα, συνδέει την τακτική με τη λαϊκή εξουσία (κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής). Αυτή η γραμμή αλλάζει ριζικά συνειδήσεις και αυτό είναι το ζητούμενο.

Και έφερε αποτελέσματα. Σακάτεψε τους κοινωνικούς διαλόγους, έφθειρε τη συναίνεση γενικότερα και με την ΕΕ, έδωσε φτερό στις πρωτοποριακές δυνάμεις (κομμουνιστές και συνεπείς συνεργαζόμενους), άπλωσε το κύρος του ΚΚΕ, το κατέστησε τον υπολογίσιμο αντίπαλο της αστικής τάξης.

Αυτή η πολιτική δεν μπορεί να προχωρήσει, χωρίς τη σταθερή ιδεολογική επίθεση κατά των κομμάτων του κεφαλαίου (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ), χωρίς τον ανειρήνευτο αγώνα κατά του θανατηφόρου ιού του οπορτουνισμού, που κύριος (όχι μοναδικός) εκφραστής του είναι ο ΣΥΡΙΖΑ.

2. Τα παραπάνω αποτελούν το μεδούλι του τι κίνημα χρειάζεται, σε ποιο αυλάκι συγκροτείται η ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και η συσπείρωση με τους μικρομεσαίους. Το ΠΑΜΕ, η ΠΑΣΥ, το συμμαχικό τους κίνημα των αυτοαπασχολούμενων, είναι πρωτογενείς οντότητες της πελώριας κοινωνικής συμμαχίας που θα στηρίξει το Μέτωπο ως έρμα του και σκάφος του. Τα λαϊκά προβλήματα δε λύνονται στο έδαφος του καπιταλισμού, όπως επίσης γράφτηκε. Με ένα τέτοιο κίνημα μπορείς κατιτί να αποσπάσεις, που θα χαθεί στην πορεία αν η αντεπίθεση δεν προχωρήσει, για να τα πάρει ο λαός όλα.

Η επίθεση κατά του ΚΚΕ πατάει και στο «επιχείρημα», κατά πόσο προχώρησε το ΑΑΔΜ.

Αυτή η αστική μπουρδολογία, που υπολογίζει ότι θα βρει στο ΚΚΕ και στην ΚΝΕ κλαούνηδες ή από πεποίθηση δέκτες της, αποδίδει σε «σεχταρισμό» ότι το ΑΑΔΜ βρίσκεται σε εμβρυακή μορφή.

Το ίδιο και όταν τα εκλογικά ποσοστά του ΚΚΕ είναι στάσιμα. Και ζητάνε να …προβληματιστούμε όταν οι δημοσκοπήσεις φέρνουν τον ΣΥΡΙΖΑ μπροστά! Οταν αυτό αλλάζει, καταπίνουν τη γλώσσα. Επειδή ωστόσο δεν τους πιάνεις πουθενά, το τροπάρι συνεχίζεται με το πόσο πιο ψηλά θα πήγαινε το ΚΚΕ, αν δεν είχε γραμμή απομόνωσης!… Ψηλά, μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ, για να τα ακουμπήσει στο ΠΑΣΟΚ και να κάνουμε τη μεγάλη αριστερά!… Ετσι, η ταχυδακτυλουργία «δεξιά – αριστερά» εμφανίζεται σώα και όχι μόνο αβλαβής, αλλά και χρήσιμη!…

Σε αυτά το ΚΚΕ απάντησε από τη σκοπιά της ταξικής πάλης, που την οξύνει, όπως πρέπει να κάνει ένα επαναστατικό κόμμα που στάθηκε όρθιο και προχωρεί ακριβώς επειδή επεξεργάστηκε τη γραμμή του διδαγμένο από την ελληνική και διεθνή πείρα του κομμουνιστικού κινήματος. Δίχως αυτό το επίτευγμα, δε θα βρισκόταν στο επίπεδο προόδου που βρίσκεται.

Συσπείρωση δυνάμεων, λοιπόν, με στόχους πάλης που αντιστρατεύονται την υπόκλιση στα κέρδη. Συσπείρωση με άτομα, μάζες, που δε συμφωνούμε σε όλα, αλλά βρίσκονται σε γραμμή ταξικής πάλης.

Συσπείρωση, με πόλεμο στις απόψεις περί «ενότητας ή κοινής δράσης της αριστεράς», όπως πιέζουν και διάφοροι διανοούμενοι, που, συνειδητά ή όχι, πρακτορεύουν επιδιώξεις της «προοδευτικής» αστικής τάξης και του οπορτουνισμού.

Στη σκέψη του Κόμματος είναι καθαρή η σκληρότητα της ταξικής πάλης, οι συνθήκες γαλέρας που κυριαρχούν στα εργοστάσια και σε άλλους χώρους, το τι προσπάθειες χρειάζονται ακόμη και για να γραφτεί στο σωματείο ο εργάτης. Η πάλη δε διεξάγεται μόνο κατά της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και των δύο μαζί, αλλά και κατά κάθε κεφαλαιοκράτη, γενικά του κεφαλαίου.

Τα προηγούμενα δεν παραγνωρίζουν τις υποκειμενικές αδυναμίες, για τις οποίες εξάλλου γίνεται λόγος στις Θέσεις της ΚΕ.

3. Ισχυρό ΚΚΕ σημαίνει και αύξηση των εργατικών στελεχών σε όλα τα επίπεδα. Εργατικών στελεχών με ατόφια προλεταριακή συνείδηση. Τέτοιοι κομμουνιστές έχουν αναδειχτεί και κοσμούν το ΚΚΕ με την ανιδιοτελή, γεμάτη αυτοθυσία και σταθερή στάση τους στις αρχές της ταξικής πάλης. Το Κόμμα έχει ανάγκη από τη θωράκιση όλων των καθοδηγητικών οργάνων με τέτοιους συντρόφους. Ερχονται θύελλες (που πρέπει να ευχόμαστε – αξιοποιούμε) και χρειάζονται ατσάλινα τιμόνια. Σε καμιά περίπτωση να μην «καταπιεί» τον εργάτη η μικροαστική ψυχολογία.

Μάκης Μαΐλης
Για το σοσιαλισμό

Για να μη χάσουμε τον μπούσουλα στη μελέτη των αιτιών των αντεπαναστατικών ανατροπών, οφείλουμε να κρατήσουμε σταθερό το φαναράκι που θα μας οδηγήσει, την επιστημονική μας μέθοδο, το διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό. Με λίγα λόγια, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προσεγγίσουμε τα γεγονότα και τις διάφορες απόψεις στη σύνδεσή τους με τα υπόλοιπα γεγονότα, στη συνεχή κίνησή τους, να προσεγγίσουμε τις αντιθέσεις που βρίσκονται πίσω από αυτήν την κίνηση. Με μια πρόταση, να τα προσεγγίσουμε ζωντανά και όχι νεκρά. Μόνο με την πολύ αυστηρή προσκόλληση σε αυτή τη μέθοδο, υπάρχει δυνατότητα να προσεγγίσουμε την ουσία, την καρδιά του υπό μελέτη φαινομένου (η οποία κρύβεται πολύ καλά από το γυμνό και γεμάτο συναισθηματισμό μάτι) και να μην παρασυρθούμε σε επικίνδυνα μονοπάτια. Η γνώμη μου είναι ότι το κείμενο της ΚΕ ακολουθεί μια τέτοια προσέγγιση και είναι πολύ προσεκτικό ακόμα και στη διατύπωση. Λόγω χώρου θα σταθώ στα εξής τρία ζητήματα:

1) Διαφορετικές απόψεις εμφανίστηκαν γύρω από τη θέση, σύμφωνα με την οποία «Ως σημείο στροφής ξεχωρίζει το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ». Κάποιοι αναρωτιούνται μήπως η παραπάνω φράση αποτελεί ένδειξη μεταφυσικής προσέγγισης, στην ακραία έκφραση της οποίας όλα τα δεινά και οι διαστρεβλώσεις ξεκίνησαν από το θάνατο του Στάλιν ή από το 1956 που έλαβε χώρα το 20ό Συνέδριο. Το Κόμμα πάντα συγκρουόταν με αυτές τις μεταφυσικές απόψεις και τους φορείς τους. Μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι όσοι έχουν αυτήν την άποψη υποτιμούν τη συλλογική σκέψη του Κόμματος και δεν παρακολουθούν τις επεξεργασίες και την ανησυχία του, η οποία απλώνεται σε όλη την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Το Κόμμα μας μιλάει για νίκη της αντεπανάστασης στο τέλος της δεκαετίας του ‘80, με την ψήφιση νόμου θεσμικής κατοχύρωσης των καπιταλιστικών σχέσεων και όχι στις …5/3/53. Αναφορικά με το 20ό Συνέδριο, μιλάει για επικράτηση της οπορτουνιστικής αντίληψης σε μια σειρά ζητήματα, η οποία στην πορεία μετατράπηκε σε αντεπαναστατική δύναμη.

Αλήθεια, όμως, το γεγονός ότι προσεγγίζεται η περίοδος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ενότητα και τη συνέχειά της αναιρεί την ύπαρξη «ασυνεχειών» μέσα σε αυτή τη «συνέχεια»; Η διαλεκτική προσέγγιση επιτάσσει αρνητική απάντηση. Η σημαντικότερη ασυνέχεια σωστά εκτιμάται το 20ό Συνέδριο, στο οποίο επικράτησαν στο Κόμμα οπορτουνιστικές απόψεις σχετικά με τα τρία ζητήματα, οικονομία, πολιτική, στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος. Το να αρνείσαι αυτήν την ασυνέχεια μέσα στη συνέχεια δεν μπορεί να θεωρείται υπόδειγμα διαλεκτικής προσέγγισης. Φυσικά, αυτές οι απόψεις δεν προέκυψαν με παρθενογένεση. Στηριζόταν σε αδυναμίες της επαναστατικής περιόδου. Ηταν το αρνητικό αποτέλεσμα της οξυμένης διαπάλης στην αντίληψη του κόμματος, μιας διαπάλης που αντανακλούσε την όξυνση της ταξικής πάλης στο πεδίο της οικονομίας και εκφράστηκε τόσο με τη σύγκρουση δύο βασικών ρευμάτων, εκ των οποίων ορθά επισημαίνεται ότι το συνεπές βρισκόταν υπό την ηγεμονία του Στάλιν, όσο και με σκαμπανεβάσματα στο ίδιο το επαναστατικό στρατόπεδο και στα μυαλά, φυσικά, των ηγετών του. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την κυριαρχία της επαναστατικής γραμμής σε αυτό το διάστημα μέσα σε «φωτιά και σίδερο». Αλλο πράγμα η αντιπαράθεση της επαναστατικής και της οπορτουνιστικής αντίληψης με νίκη της επαναστατικής πλευράς και άλλο πράγμα η ίδια αντιπαράθεση με νίκη της οπορτουνιστικής πλευράς. Αλλο πράγμα η εμβάθυνση και ενδυνάμωση του κεντρικού σχεδιασμού, των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και άλλο η αποδυνάμωσή τους.

2) Αφού ξεκαθαρίσουμε τα δύο στρατόπεδα, ιδιαίτερη σημασία έχει η μελέτη των αντιφάσεων της ανάλυσης του επαναστατικού στρατοπέδου. Θα συμφωνήσω ότι «αδύνατο σημείο του επαναστατικού ρεύματος ήταν η μη ολοκληρωμένη ερμηνεία των σχέσεων κατανομής, όσον αφορά το μέρος του κοινωνικού προϊόντος που κατανέμεται ανάλογα με την εργασία». Κατά τη γνώμη μου, αυτή η βασική αδυναμία συνδέεται και με τη λαθεμένη άποψη, όπως εκφράστηκε από τον Στάλιν, ότι «τα καταναλωτικά προϊόντα παράγονται και καταναλώνονται ως εμπορεύματα, που υπόκεινται στη δράση του νόμου της αξίας στην παραγωγή». Η άποψη αυτή είναι λαθεμένη, αφού τα προϊόντα που παράγονται από τον κοινωνικοποιημένο τομέα ανήκουν άμεσα στην κοινωνία και (μετά από τις αναγκαίες αφαιρέσεις) μοιράζονται στα μέλη της «ανάλογα με την εργασία τους». Ο Στάλιν, κάτω από την τεράστια πίεση της ανόδου της παραγωγικότητας, ταύτισε την άνοδο της παραγωγικότητας με τον «υπολογισμό της δράσης του νόμου της αξίας».

Ο Λένιν, μάλιστα, υποστήριζε ότι ούτε καν «το προϊόν του σοσιαλιστικού εργοστασίου, που ανταλλάσσεται με αγροτικά είδη διατροφής, δεν είναι εμπόρευμα, δεν είναι πια εμπόρευμα, παύει να είναι εμπόρευμα». Σημείο κλειδί είναι και η ξεκάθαρη πολιτικοοικονομική ερμηνεία του όρου «εμπορευματοχρηματικές σχέσεις», η θολούρα του οποίου δημιούργησε συγχύσεις. Ολα αυτά έχοντας κατά νου ότι σύμφωνα με τον Μαρξ «μονάχα τα προϊόντα αυτοτελών και ανεξάρτητων της μίας από την άλλη ατομικών εργασιών αντιπαρατίθενται το ένα στο άλλο σαν εμπορεύματα;». Τα παραπάνω καθόλου δεν υποτιμούν τους νόμους και τους κινδύνους που κρύβονται πίσω από την ύπαρξη ομαδικής (και όχι ακόμα κοινωνικής) παραγωγής (η ατομική εμπορευματική παραγωγή ήταν πολύ μικρή). Το αντίθετο, υπονοούν ότι δε μελετήθηκαν αρκετά και σε κάποιο βαθμό δανείστηκαν λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν κατηγορίες της ατομικής παραγωγής για την ερμηνεία τους.

Οι αδυναμίες αυτές του επαναστατικού στρατοπέδου στηριζόταν και στην αδύναμη ανάπτυξη της π.ο. του σοσιαλισμού. Η νέα πραγματικότητα άργησε να ξεφορτωθεί τα παλιά κοστούμια. Το περιεχόμενο των νέων σχέσεων παραγωγής δε βρήκε την έκφρασή του σε νέες οικονομικές κατηγορίες. Στη βάση αυτή χρησιμοποιήθηκαν αδόκιμοι όροι και έννοιες, όπως «εμπορευματική παραγωγή ειδικής φύσης» (για τους 3 τομείς της εμπορευματικής παραγωγής που ξεχώριζε ο Στάλιν), υπήρξε κίνδυνος ταύτισης του εμπορευματικού νόμου της αξίας με το σοσιαλιστικό «νόμο της οικονομίας της εργασίας», υπήρξε μη προσεκτική η χρήση της κατηγορίας «εμπόρευμα» κλπ. Πατώντας πάνω σε αυτό το εννοιολογικό οπλοστάσιο, οι οπορτουνιστές αργότερα άλλαξαν το περιεχόμενο των εννοιών και με ένα μικρό αλματάκι περάσαμε από την «εμπορευματική παραγωγή ειδικής φύσης» στη …«σοσιαλιστική εμπορευματική παραγωγή».

Οι παραπάνω αδυναμίες δεν μπορούν να σβήσουν την καθόλου αυτονόητη μαρξιστικολενινιστική κατανόηση του ζητήματος και της προοπτικής του από το επαναστατικό στρατόπεδο, με κύριο εκφραστή τον Στάλιν.

3) Τέλος, θέλω να αναφερθώ και στην αντιπαράθεση γύρω από το περιεχόμενο του προγραμματικού όρου «στον καθένα ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας του». Θεωρώ ότι η θέση που παίρνει το κείμενο είναι η σωστή ερμηνεία του περιεχομένου, σύμφωνη με τις αναλύσεις των κλασικών. Ο Λένιν σημειώνει για το σοσιαλισμό στο Κράτος και Επανάσταση ότι διέπεται από δύο αρχές κατανομής. Η πρώτη είναι ότι «Οποιος δεν εργάζεται δεν τρώει» και η δεύτερη «Για ίση ποσότητα εργασίας ίση ποσότητα προϊόντων».

Οι σχέσεις κατανομής πρέπει να καθρεφτίζουν τις σχέσεις παραγωγής, τον άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής. Το κριτήριο του χρόνου εργασίας σαν βασικού κριτηρίου της κατανομής είναι άμεση αντανάκλαση του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και στο ανώριμο στάδιο. Αυτό που πρέπει να ανταμείβεται ηθικά και υλικά (πολιτική αμοιβών) στο ανώριμο στάδιο του κομμουνισμού είναι ακριβώς η στάση απέναντι στον άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και όχι η ενασχόληση με κάποιο συγκεκριμένο είδος εργασίας. Οπως αναφέρεται και στο κείμενο, το σχέδιο καθορίζει το χρόνο εργασίας με βάση εκτός των άλλων παραγόντων και την ατομική στάση απέναντι στην οργάνωση και στην εκτέλεση της εργασίας. Πρέπει να ανταμείβεται ο πρωτοπόρος βιομηχανικός εργάτης (ή ακόμα καλύτερα το πρωτοπόρο εργοστάσιο) και ο πρωτοπόρος γιατρός (ή ακόμα καλύτερα το πρωτοπόρο νοσοκομείο) και όχι ο γιατρός μόνο και μόνο γιατί είναι γιατρός. Τα παραπάνω δεν αναιρούν το δικαίωμα βραχύχρονης χρησιμοποίησης καλοπληρωμένων αστών ειδικών, στο βαθμό που δεν υπάρχουν προλετάριοι «ειδικοί».

Το κείμενο, τουλάχιστον όπως το κατανοώ εγώ, δε μιλάει για ισοπέδωση ή για αναίρεση όλων των κινήτρων. Αυτό που θέλει να ξεκαθαρίσει είναι η αναίρεση επικίνδυνων, για τη συνολική στάση απέναντι στην άμεση κοινωνική παραγωγή, αστικών κατηγοριών στην πολιτική αμοιβών.

Εχουμε πολλά ακόμα να δούμε, αλλά είμαστε στο σωστό δρόμο.

Μπαλωμένος Χρήστος
ΚΟ Κυκλάδων

 

Σκέψεις για το σοσιαλισμό

Ο υποκειμενικός παράγοντας πάντα παίζει ενεργητικό ρόλο στη διαμόρφωση της αντικειμενικής πραγματικότητας σαν οργανικό συστατικό του, είτε αυθόρμητα, είτε έχοντας κατανοήσει τους νόμους και τις νομοτέλειες της αντικειμενικής εξέλιξης, χωρίς να είναι σε θέση να τους αλλάξει, να τους καταργήσει. Γενικότερα ο όποιος υποκειμενικός παράγοντας παίζει καθοριστικό ρόλο μόνο και μόνο όταν ωριμάσουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις σαν καταλύτης επίλυσης των αντιθέσεων.

Η δικτατορία του προλεταριάτου παίζει πολύ πιο ενεργητικό ρόλο στη διαμόρφωση νέων κοινωνικοοικονομικών σχέσεων, διότι οι σχέσεις αυτές δε δημιουργούνται στα πλαίσια του καπιταλισμού και πρέπει να τις οικοδομήσει συνειδητά στο βαθμό που είναι ώριμες οι προϋποθέσεις. Εχοντας μονοσήμαντο χαρακτήρα παίρνει διάφορες μορφές, συμμαχεί με τη φτωχή αγροτιά, μικροαστικά και μεσαία στρώματα ανάλογα με την κοινωνική δομή της συγκεκριμένης χώρας, τους συσχετισμούς των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Η οποιαδήποτε συμμαχία σημαίνει συμβιβασμό, μοίρασμα της εξουσίας με προσωρινές υποχωρήσεις.

Μόνο η διαλεκτική προσέγγιση μπορεί να δώσει ακριβείς ιστορικά, επιστημονικά απαντήσεις. Η εξέταση της οποιασδήποτε πραγματικότητας της κοινωνίας, ταξικής ή μη, σαν μιας ενότητας αντιθέτων που η εσωτερική πάλη τους είναι ο κινητήριος μοχλός της ανάπτυξής της. Ανάπτυξης με ποιοτικά άλματα, αφού προηγηθεί η συσσώρευση κρίσιμης ποσότητας αλλαγών, ανάπτυξη ελικοειδούς μορφής που «επιστρέφει» συνέχεια σε μια ανώτερη ενότητα και εσωτερική διαπάλη των αντιθέτων, διατηρώντας στοιχεία της προηγούμενης. Η πάλη των αντιθέτων είναι απόλυτη, η ενότητά τους σχετική, αυτή είναι και η πηγή της αέναης κίνησης της ύλης σ’ οποιαδήποτε μορφή της.

Είναι λάθος να απλουστεύουμε την εικόνα του σοσιαλισμού, απολυτοποιώντας το ρόλο του υποκειμενικού παράγοντα και επιβάλλοντας «επαναστατικά» τις δύο μορφές ιδιοκτησίας, κοινωνική σε κρατική μορφή και συνεταιριστική.

Η επιστημονικά αλήθεια σαν μια απεικόνιση είναι σε εξέλιξη όπως και η πραγματικότητα που απεικονίζει. Η ουσία της όποιας πραγματικότητας έχει πολλά επίπεδα και η πληρέστερη γνώση της απαιτεί συγκεκριμένα ιστορικά στοιχεία, εμπειρία σοσιαλιστικής οικοδόμησης, «για να μάθεις να κολυμπάς πρέπει να μπεις στο νερό», έλεγε ο Λένιν στα Φιλοσοφικά τετράδια. Ο Λένιν έχοντας την ιστορική εμπειρία και γνώση του μονοπωλιακού ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού και νικηφόρας σοσιαλιστικής επανάστασης και μετάβασης προς το σοσιαλισμό εμπλούτισε την επιστημονική απόλυτη αλήθεια του διαλεκτικού (του μόνου επιστημονικού) σοσιαλισμού. Πίστευε στη γρήγορη επαναστατική εξέλιξη στη Ρωσία και σ’ όλο τον κόσμο, αλλά έκανε σοβαρότατη διορθωτική παρέμβαση με τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ) και άλλες θέσεις του, σε διαμάχη με τις απόψεις του «στρατιωτικού κομμουνισμού», υποστηρικτής των οποίων αρχικά ήταν και ο Στάλιν, που θεωρούσε απόλυτα αντίστοιχες τις παραγωγικές δυνάμεις με τις παραγωγικές σχέσεις στο σοσιαλισμό, δεν έφτασε στο ύψος της διαλεκτικής υλιστικής αντίληψης που βαθύτατα κατείχε ο Λένιν. Η εργατική τάξη, το προλεταριάτο, όντας ικανό να κατακτήσει την εξουσία, δεν μπορεί βουλησιαρχικά να ανεβάσει το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να εφαρμόσει άμεσα τις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής σ’ όλη την οικονομία. Οσο ισχυρό και να είναι το υποκείμενο δεν μπορεί να υπερβεί τις οικονομικές δυνατότητες. Πάμπολλα τα ιστορικά παραδείγματα αποτυχημένης εφαρμογής της κομμούνας, δεν επιστρέφουμε στην κοινωνική ιδιοκτησία της πρωτόγονης κοινότητας, έχουμε ανέβει σε ασύγκριτα υψηλότερο, αν και «παράλληλο» στην έλικα της εξέλιξης, επίπεδο πάλης και ενότητας των αντιθέτων της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Αναγκαία ιστορικό αποδείχτηκε και η άρνηση των δελτίων και το πέρασμα στη χρήση του χρήματος, εξάλλου τα δελτία δε σταμάτησαν τις εμπορευματικές σχέσεις, τις κατέβασαν όμως σε αντιπαραγωγικότατο επίπεδο. Γνωστές και οι ιστορικά επιβεβλημένες θέσεις του Στάλιν στο θέμα αυτό.

Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μη αναπτυγμένες οικονομικά χώρες απέδειξε η ιστορία ότι δε γίνεται με τη μετατροπή τους σε κομμούνα, αλλά με την εσωτερική τους στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό εμπορευματική ανάπτυξη, με τη στήριξη πολιτική και οικονομική της διεθνούς δικτατορίας του προλεταριάτου που τους έδωσε την ιστορική δυνατότητα της εξέλιξης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση και όχι άμεσης εφαρμογής σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Μόνο με την ολόπλευρη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, χρησιμοποιώντας όλα τα ιστορικά μέσα, νέα πρωτόγνωρα και παλαιά, τους μηχανισμούς των «εμπορευματικών» σχέσεων, θα οδηγηθούμε στην άμεση ικανοποίηση βασικών αναγκών, ξεπερνώντας τις «εμπορευματικές» σχέσεις. Οχι στη μεικτή οικονομία. Χωρίς οικονομική εξουσία, άρα την κατοχή των βασικών συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, δε νοείται δικτατορία του προλεταριάτου. Οχι όμως και στην υπερεπαναστατική βιασύνη της γρήγορης κρατικοποίησης και συνεταιριστικοποίησης όλης της οικονομίας. Αυτό οδηγεί σε επιβραδυμένη οικονομική ανάπτυξη σε σχέση με τις πραγματικές δυνατότητες. Αντί να οδηγήσει μέσω της οικονομικής ανάπτυξης στην εξάλειψη των μη κυρίαρχων ατομικών ιδιοκτησιακών σχέσεων τις καταργεί, παραμένει όμως η πραγματική ανάγκη τους. Ποτέ δε θα εξαλειφθεί η ανάγκη της ατομικής και μικροομαδικής δραστηριότητας, άρα το ζητούμενο δεν είναι να την καταργήσουμε, αλλά να αλλάξουμε το κοινωνικό της χαρακτήρα στηριζόμενοι στην οικονομική ανάπτυξη. Με συνεπή εισαγωγή, στο βαθμό που το επιτρέπουν οι παραγωγικές δυνατότητες, σχέσεων άμεσης ικανοποίησης των αναγκών οδηγούμαστε και στην αλλαγή του χαρακτήρα της όποιας ατομικής, μικροομαδικής δραστηριότητας. Είναι γνωστές οι καθυστερήσεις στην επιστημονική, οικονομική, κοινωνική εξέλιξη που προέκυψαν από την απολυτοποίηση κάποιων απόψεων που ντύθηκαν με το μανδύα της απόλυτα εννοούμενης επίσημης γραμμής, χωρίς τη δυνατότητα έκφρασης και εφαρμογής στην πράξη διαφορετικών επιλογών. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός στη διαλεκτική του εφαρμογή προϋποθέτει αναγκαία τη διαφορετική άποψη μέσα στο κόμμα και πολύ περισσότερο μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Η μονολιθικότητα στο χαρακτήρα είναι θέμα αρχής, αλλά όχι η απολυτοποίηση της όποιας θέσης, μάλιστα με την επιδίωξη της ομοφωνίας σ’ όλες τις απόψεις και αποφάσεις. Τα πάντα εξελίσσονται στη βάση της πάλης των αντιθέτων, η όποια ενότητα είναι σχετική και δεν πρέπει να απολυτοποιείται, αυτό αφορά και το κόμμα και την κοινωνία και τη γνώση… Η απολυτοποίηση της μονολιθικότητας και της ομοφωνίας οδηγεί στην κατάργηση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και μπορεί να οδηγήσει στην αλλαγή του χαρακτήρα της εξουσίας και του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, όπως έδειξε η ιστορία.

Αυτή η προσέγγιση βοηθά στην ανάπτυξη της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, τη μη ποινικοποίηση απόψεων και δραστηριοτήτων που φαινομενικά και μόνο εξαλείφονται. Η παραβίαση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, το τεχνητό ξεπέρασμα κοινωνικών δομών, στοιχείων αναγκαίων στο δοσμένο επίπεδο ανάπτυξης, η τεχνητή πολιτική, ιδεολογική ομογενοποίηση της κοινωνίας πέτυχε το αντίθετο αποτέλεσμα. Η απολυτοποίηση, το ξέκομμα από την πραγματικότητα καταχώνιασε τις ταξικά εχθρικές δυνάμεις, δημιούργησε ψευδή εφησυχασμό. Ο μικροαστισμός που θεωρούσε ο Λένιν σαν το πιο σοβαρό πρόβλημα, μετά την αλλοτρίωση της αστικής τάξης, δεν εξαλείφτηκε παρά τις όποιες φιλότιμες προσπάθειες, εκφραζόταν ευρύτατα με παράνομο και μη τρόπο. Η δήθεν ταξική ομοιογένεια οδήγησε στις λανθασμένες αποφάσεις ως προς τον τρόπο εκλογής των σοβιέτ, στην ανιστόρητη, αντιεπιστημονική θέση περί παλλαϊκού κράτους, στη μη ανάπτυξη της ταξικής πάλης.

Ο αριστερός και δεξιός οπορτουνισμός πάνε πάντα μαζί. Από τη μια υπερεπαναστατικά, βιαστική «σοσιαλιστική» οικοδόμηση, από την άλλη καθυστέρηση σε ώριμα μέτρα εισαγωγής σχέσεων άμεσης ικανοποίησης των αναγκών που θα δυνάμωναν την πραγματική ομοιογένεια και θα ικανοποιούσαν τους εργαζόμενους. Από τη μια τεχνητή ιδεολογική μονολιθικότητα, πολιτική ομοιογένεια, από την άλλη ενίσχυση των γραφειοκρατικών φαινομένων με προνόμια για τη νομενκλατούρα, υπερβολή στην εφαρμογή της αρχής της μονοπρόσωπης διοίκησης των επιχειρήσεων, που ξεπέρασε κατά πολύ τη διοικητική επιχειρησιακή της αναγκαιότητα και έγινε κυρίαρχο στοιχείο λήψης αποφάσεων, που θα έπρεπε να είναι συλλογικές.

Ο κεντρικός σχεδιασμός που διαλεκτικά εφαρμοζόμενος στη βάση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού είναι αναγκαία μορφή οργάνωσης, όχι όμως και ικανή, για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, την έκφραση και εφαρμογή της προλεταριακής, της συλλογικής και στην εξέλιξη του συνόλου της κοινωνίας βούλησης, βαφτίζεται σαν η βασική σχέση παραγωγής που ορίζει το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της οικονομίας. Αυτό πηγαίνει γάντι με τη δικαιολόγηση του υπερτροφικού συγκεντρωτισμού, του φορμαλισμού, των φαινομένων θεοποίησης, προσωπολατρίας των ηγετών, των κομματικών και κρατικών ηγεσιών, μηχανισμών, των όποιων απόψεών τους.

Η σοσιαλιστική δημοκρατία που ο Λένιν θεωρούσε βασικό στοιχείο για το χαρακτηρισμό μιας κοινωνίας σοσιαλιστικής με το σαφή προλεταριακό, ιστορικά, χαρακτήρα της δίνει τη δυνατότητα περάσματος στην αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία που και αυτό είναι ανάγκη του κάθε ανθρώπου να ορίζει από κοινού με όλους την τύχη του.

Καζαντζίδης Γιώργος

Σοβαρή παράλειψη

Οι Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το επικείμενο 18ο Συνέδριο, χωρίς υπερβολή, αποτελούν στο σύνολό τους κείμενο αξιόλογο επεξεργασμένο από μαρξιστική – λενινιστική σκοπιά. Συνοψίζουν την εμπειρία του ελληνικού και του διεθνούς κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος. Δίνουν απάντηση στα πιο φλέγοντα θεωρητικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι και γενικότερα οι προοδευτικές δυνάμεις στη χώρα μας. Εν κατακλείδι, δείχνουν τη μοναδικά σωστή και συμφέρουσα στους εργαζόμενους και το έθνος διέξοδο από την πολιτική του αυταρχισμού, της υποτέλειας και της λιτότητας, που απαρέγκλιτα ακολουθεί η χρηματιστική ολιγαρχία της χώρας μας τη μεταπολεμική περίοδο.

Αυτή η περίοδος, εκτός των άλλων, χαρακτηρίζεται και από την εμφάνιση και διαμόρφωση στη χώρα μας του συστήματος του Κρατικο-Μονοπωλιακού Καπιταλισμού (ΚΜΚ). Ωστόσο στις θέσεις δε γίνεται η πρέπουσα αναλυτική αναφορά στο φαινόμενο του ΚΜΚ. Κατά τη γνώμη μου τούτο αποτελεί σοβαρή παράλειψη. Οχι τυχαία το κόμμα μας στα προηγούμενα συνέδρια (από το 9ο και μετά) ασχολήθηκε επισταμένα με το ζήτημα αυτό. Γιατί από το χαρακτήρα του καπιταλισμού εξαρτάται και ο χαρακτήρας της επανάστασης και οι κινητήριες δυνάμεις της.

Το ζήτημα του ΚΜΚ δεν αναφέρεται και στις θέσεις για το δεύτερο θέμα του Συνεδρίου. Σύμφωνα με τον Β. Ι. Λένιν ο ΚΜΚ «είναι η πληρέστερη υλική προετοιμασία του σοσιαλισμού, είναι τα πρόθυρα του, είναι εκείνο το σκαλοπατάκι της ιστορικής κλίμακας που ανάμεσα σ’ αυτό και στο σκαλοπατάκι που λέγεται σοσιαλισμός, δεν υπάρχει κανένα άλλο ενδιάμεσο σκαλοπάτι» (Β. Ι. Λένιν, Διαλεχτά έργα, Τόμος 2, σελ. 138).

Στις θέσεις (σελ.30) παρατίθεται σειρά μέτρων παρεμβατικού χαρακτήρα, από τα οποία μόνο ένα χαρακτηρίζεται «κρατικο-μονοπωλιακό». Πρόκειται για τις «Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα» (ΣΔΙΤ) Ν. 3389, τις οποίες πολύ σωστά χαρακτηρίζει «Βασική μορφή των προσαρμοσμένων στην απελευθέρωση των αγορών κρατικο-μονοπωλιακών ρυθμίσεων, μορφή συνύφανσης του κράτους ως συλλογικού καπιταλιστή και των μονοπωλιακών ομίλων».

Ωστόσο την ίδια μορφή έχουν: Το Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων. Οι Αναπτυξιακοί Νόμοι. Οι Συμβάσεις Παραχώρησης. Οι ιδιωτικοποιήσεις σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας κλπ.

Η ουσία του ΚΜΚ – σύμφωνα με τον Λένιν – έγκειται στη «σύμφυση της ισχύος του κράτους με την ισχύ των μονοπωλίων». Τα κύρια συστατικά στοιχεία που συγκροτούν τον ΚΜΚ και τον μηχανισμό λειτουργίας του, εκτός από τα μονοπώλια είναι: κρατικός τομέας στην οικονομία, κρατικός παρεμβατισμός, κρατική κατανάλωση, κρατικός προϋπολογισμός, δημόσιες επενδύσεις. Παρεμβατισμός στη διαμόρφωση προς αντιλαϊκή κατεύθυνση: των εργασιακών σχέσεων, της κοινωνικής ασφάλισης, της εισοδηματικής πολιτικής κλπ.

Σε όλες τις περιπτώσεις το μονοπωλιακό κεφάλαιο παρεμβαίνει με τα επιτελεία του και υπαγορεύει στα κυβερνητικά κλιμάκια την πολιτική που επιδιώκει να εφαρμοστεί στους διάφορους τομείς.

Τόσο η υλική, όσο και η θεσμική βάση του ΚΜΚ δεν είναι δοσμένη μια για πάντα, αλλά κάτω από την επίδραση ορισμένων παραγόντων, υπόκειται σε διαδικασία περαιτέρω διαμόρφωσης, προσαρμογής και ενδυνάμωσης. Ιδίως σε συνθήκες υπέρμετρης συσσώρευσης του μονοπωλιακού κεφαλαίου και της επιδείνωσης της οργανικής του σύνθεσης.

Χωρίς να αλλάζει η ουσία του ΚΜΚ, παρατηρείται διολίσθηση (από τη σύμφυση) προς την κατεύθυνση της υποταγής του κράτους από το μονοπωλιακό κεφάλαιο. Πρόσφατο παράδειγμα προς την κατεύθυνση αυτή αποτελεί η εκβιαστική στάση των τραπεζών απέναντι στην κυβέρνηση με στόχο την αρπαγή του πακέτου «ενίσχυσης της ρευστότητας» και έμμεσα της ζήτησης στην αγορά ύψους 28 δισ. ευρώ, για την αντιμετώπιση της επερχόμενης οικονομικής κρίσης.

Χτυπητό παράδειγμα, επίσης, αποτελούν οι σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές και φοροελαφρύνσεις του μονοπωλιακού κεφαλαίου, της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας και κυρίως οι χαριστικές επιδοτήσεις με δισ. στα μονοπώλια.

Με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, ο κρατικός τομέας στην οικονομία έπαψε να αποτελεί το βασικότερο στοιχείο του ΚΜΚ. Προς την κατεύθυνση αυτή, πλέον την πρώτη θέση κατέλαβε ο κρατικός παρεμβατισμός. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ με πρόσχημα τον νεοφιλελευθερισμό επιδόθηκαν με ιδιαίτερο μένος στην εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, αποκομίζοντας σε μια 15ετία από τις ιδιωτικοποιήσεις πάνω από 21 δισ. ευρώ. Το προοδευτικό κίνημα είναι υπέρ της διατήρησης του δημόσιου τομέα στην οικονομία, διότι εκτός των άλλων η κρατική ιδιοκτησία αποτελεί, στα πλαίσια του καπιταλισμού, ανώτερη μορφή ιδιοκτησίας.

Βασική επιδίωξη του ΚΜΚ ήταν και είναι η διαιώνιση του καπιταλιστικού συστήματος και η εξασφάλιση υψηλής κερδοφορίας στο μονοπωλιακό κεφάλαιο. Απόρροια της επιδίωξης αυτής είναι η εντεινόμενη κοινωνική διαφοροποίηση με κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα τη διόγκωση της φτώχειας και της ανεργίας ή επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων κλπ. Μετά τις ανατροπές στην ΕΣΣΔ και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες τα καπιταλιστικά κράτη εγκατέλειψαν, στην εισοδηματική τους πολιτική, την πρακτική χορήγησης στους εργαζόμενους, χαμηλού μεν, αλλά «κοινωνικά ακίνδυνου μισθού».

Προς την κατεύθυνση αυτή (και όχι μόνο) συμβάλλει στα μέγιστα και η ΕΕ, η οποία ενεργεί ως «Συνολικό διακρατικό μονοπωλιακό επιτελείο». Στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στις Βρυξέλλες τέθηκε προς συζήτηση το ζήτημα επέκτασης του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας και πέραν των 70 ωρών, χωρίς πρόσθετη αμοιβή.

Η συγκυρία επιβάλλει να υπογραμμίσουμε, ότι ο ΚΜΚ δεν είναι σε θέση εγκαίρως να διαγνώσει τις αντικειμενικές νομοτέλειες εμφάνισης των οικονομικών κρίσεων. Εκ των υστέρων τα επιτελεία του υποδύονται ρόλο «πυροσβέστη» περιορίζοντας συνήθως τις συνέπειες της κρίσης. Ηδη μέχρι τώρα τα κράτη διέθεσαν συνολικά πάνω από 5 τρισ. δολ. με στόχο να αντιμετωπίσουν κυρίως την πτώση της παραγωγής, την αύξηση της ανεργίας, της φτώχειας κλπ.

Ο Κ. Μαρξ στον τρίτο τόμο «το κεφάλαιο», σελ. 610, τονίζει: «Η τελική αιτία όλων των πραγματικών κρίσεων παραμένει πάντα η φτώχεια και ο περιορισμός της κατανάλωσης των μαζών…».

Η βίαιη ανακοπή της εξέλιξης της κρίσης παρεμποδίζει ύστερα από το καταστροφικό της έργο, να επιτελέσει και την εξυγιαντική της αποστολή που είναι και η αποκατάσταση των απαιτούμενων αναλογιών στο επενδυμένο παραγωγικό κεφάλαιο. Μετά την ανακοπή της κρίσης ακολουθεί παρατεταμένη στασιμότητα, σύντομη ασταθή και ασθενή ανάκαμψη και σε 2-3 χρόνια επιστροφή σε κρίση. Ο κρατικομονοπωλιακός παρεμβατισμός παραμορφώνει τον βιομηχανικό κύκλο, αλλά δεν αναιρεί τις κρίσεις.

Χρήστος Φουντούλης,
Δρ. οικονομικών επιστημών, καθηγητής πανεπιστημίου, Θεσσαλονίκη

 

Για το σοσιαλισμό

1ον. Κι όμως ο υπαρκτός σοσιαλισμός ήταν σοσιαλισμός. Και δικαίως το Κόμμα μας υπερασπίστηκε και υπερασπίζεται τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Το σοσιαλισμό του 20ού αιώνα, της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης, της ιμπεριαλιστικής υπεροχής. Γιατί όπως το λέει και η λέξη είναι κοινωνισμός. Στο σοσιαλισμό κυριαρχεί η κοινωνικότητα, η αγάπη, η αλληλεγγύη, η ειρήνη, η συνεργασία καμιά εκμετάλλευση ή καταπίεση. Οχι μόνο δεν περιόρισε τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά τα αύξησε και τα επεξέτεινε. Ενώ στον καπιταλισμό και στις προηγούμενες εκμεταλλευτικές κοινωνίες επικρατεί η ατομικότητα, το μίσος, ο ανταγωνισμός, η καταπίεση, η εκμετάλλευση και οι πόλεμοι είναι ατομισμός.

Ο υπαρκτός σοσιαλισμός πρώτα έδωσε δουλειά για όλους σίγουρη και μόνιμη κι έτσι διαλύθηκε το άγχος της ανεργίας. Μέσα σε λίγα χρόνια κανένας άνεργος. Η ανεργία είναι η χειρότερη μορφή δουλείας. Είναι μια μορφή κανιβαλισμού. Οι πρωτόγονοι τους αιχμαλώτους που πιάνανε, όταν δεν είχαν τροφή και γι’ αυτούς, τους σκοτώνανε και τους τρώγανε. Σήμερα το ίδιο κάνουν και οι επιχειρηματίες, όταν βλέπουν ότι τα κέρδη τους μειώνονται λόγω του εργατικού κόστους, ένα μέρος των εργατών το απολύουν και το ρίχνουν στην ανεργία, στην πείνα και στο θάνατο. Δεν τους τρώνε άμεσα αλλά έμμεσα. Οι εργαζόμενοι στον καπιταλισμό ζουν με το άγχος της απόλυσης. Το σοσιαλιστικό καθεστώς έδωσε όλα τα κοινωνικά δικαιώματα, που η αστική τάξη τα υποσχέθηκε και δεν τα έδωσε, εκτός από μια κουτσουρεμένη πολιτική ελευθερία. Ο Μαρά είπε το περίφημο: «Τι τη χρειάζεται την πολιτική ελευθερία αυτός που δεν έχει ψωμί. Ο σοσιαλισμός εξασφαλίζει σ’ όλους το ψωμί και τ’ άλλα αναγκαία αγαθά για να ζήσουν. Κι έτσι ο άνθρωπος είναι τελείως απελευθερωμένος από την ανάγκη. Στις εκμεταλλευτικές κοινωνίες δουλοκτητική, φεουδαρχική, καπιταλιστική δεν έχουν οι εργαζόμενοι, όλοι οι καταπιεζόμενοι, ο λαός κανένα ανθρώπινο δικαίωμα. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός παραχώρησε το δικαίωμα στη μόρφωση. Σε μικρό χρονικό διάστημα κανένας αναλφάβητος. Το δικαίωμα στην Παιδεία, προσιτή σ’ όλα τα παιδιά του λαού. Το δικαίωμα στην Υγεία. Οι Σοβιετικοί πολίτες είχαν δωρεάν, υψηλού επιπέδου υγειονομική περίθαλψη. Εδωσε δικαιώματα στην ανάπαυση, στη διασκέδαση, στον πολιτισμό. Πρωτόγνωρα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Το μόνο δικαίωμα που αφαίρεσε ήταν της εκμετάλλευσης. Επίσης ως αντίπαλο δέος και ο αέρας λευτεριάς και ανεξαρτησίας που φύσηξε από τον υπαρκτό σοσιαλισμό ξεσήκωσε τους λαούς των αποικιών κι ο ένας μετά τον άλλο με τους αγώνες τους κέρδισαν την ανεξαρτησία τους. Κι έτσι καταργήθηκε η αποικιοκρατία. Ακόμα έδωσαν ώθηση στην αποτελεσματικότητα των διεκδικητικών αγώνων των εργαζομένων, μπόρεσαν να αποσπάσουν κατακτήσεις υπέρ των εργαζομένων, που τώρα με την ανατροπή του υπαρκτού σοσιαλισμού τις παίρνουν πίσω.

Θα κλείσω αυτό το θέμα: Κι όμως ο υπαρκτός σοσιαλισμός ήταν σοσιαλισμός, αναφέροντας μια μαρτυρία του συγγραφέα του βιβλίου «Η μηχανή του χρόνου» Χέμπερτ Τζορτζ Γουέλς. Ο συγγραφέας Γουέλς επισκέφθηκε τη ΣΕ για δεύτερη φορά το 1934 κι είχε μια συζήτηση με τον Στάλιν. Να τι μαρτυρά… «έφτασα μόλις χθες, έστω και μέσα σ’ αυτό το ελάχιστο χρονικό διάστημα μπόρεσα να δω ευτυχισμένα και υγιή πρόσωπα ανδρών και γυναικών και έχω πειστεί ότι συμβαίνει κάτι πολύ σημαντικό σε ευρεία μάλιστα κλίμακα. Ομολογώ ότι η διαφορά που παρατήρησα από το 1920 με εξέπληξε».

2ον. Η κυριαρχία του σοσιαλισμού στην ανθρωπότητα είναι νομοτελειακό φαινόμενο, την επιβάλλουν οι νόμοι της διαλεκτικής εξέλιξης της κοινωνίας.

Η Διαλεκτική λέει ότι υπάρχει μια θέση, στη θέση αυτή γεννιέται η αντίθεσή της, η άρνησή της και γίνεται αυτή θέση. Στη νέα αυτή θέση γεννιέται η αντίθεση, η άρνηση που είναι άρνηση της άρνησης, η σύνθεση και επανερχόμαστε στην πρώτη θέση σε ανώτερο επίπεδο.

Στην ανθρωπότητα δεν κυριαρχούσε πάντα η ατομικότητα, η ατομική ιδιοκτησία και η συνέπειά της, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Υπήρχε μια εποχή μακρόχρονη που επικρατούσε η κοινωνικότητα. Δεν υπήρχε ατομική ιδιοκτησία, ούτε εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ηταν ένας σοσιαλισμός της πρωτόγονης εποχής. Η κοινωνικότητα αυτής της εποχής αποτελεί τη θέση. Στη θέση αυτή γεννιέται η αντίθεση, η άρνησή της, η ατομικότητα και η ατομική ιδιοκτησία που εκδηλώθηκε όταν οι γενάρχες και η ιεραρχία των γενών ωρίμασε η ιδέα να αρπάξουν τον πλούτο του γένους και να τον κάνουν δικό τους, ατομική ιδιοκτησία τους. Ετσι ο πλούτος και τα μέσα παραγωγής περνούν στα χέρια λίγων και η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων γίνονται εξαναγκαστικοί εργάτες, γίνονται υποζύγια (Res). Γεννιέται η πρώτη εκμεταλλευτική κοινωνία, η δουλοκτητική, η οποία κακώς λέγεται κοινωνία. Στην πραγματικότητα είναι εξαναγκαστική καταπιεστική συμβίωση. Οπως και οι δυο άλλες που ακολούθησαν, η φεουδαρχική και η καπιταλιστική. Μόνο στη μορφή της ατομικής ιδιοκτησίας διαφέρουν. Επικρατεί η ατομικότητα και η εκμετάλλευση.

Και η εξέλιξη των μορφών ατομικής ιδιοκτησίας και των μορφών εκμετάλλευσης ακολουθεί τους νόμους της Διαλεκτικής. Η Δουλοκτητική μορφή είναι θέση. Στη θέση, στη δουλοκτητική γεννιέται η αντίθεση, η άρνησή της η φεουδαρχική. Στη φεουδαρχική γεννιέται η αντίθεση, η άρνησή της η καπιταλιστική, η οποία είναι η άρνηση της άρνησης και επανερχόμαστε στην πρώτη μορφή, τη δουλοκτητική, σε διαφορετικό, ανώτερο επίπεδο. Το δούλο τον μετέτρεψαν σε μισθωτό εργάτη. Με την καπιταλιστική μορφή ατομικής ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης. Αλλη μορφή εκμετάλλευσης δεν υπάρχει. Διότι μέσα στην καπιταλιστική μορφή γεννιέται το σπέρμα της κοινωνικότητας, η αντίθεση της ατομικότητας, η οποία είναι η άρνηση της άρνησης, δηλ. επανερχόμαστε στον πρωτόγονο σοσιαλισμό σε ανώτερο επίπεδο, στον επιστημονικό σοσιαλισμό. Οι μισθωτοί εργάτες, οι προλετάριοι, που δεν έχουν ιδιοκτησία, δεν έχουν τη δυνατότητα της εκμετάλλευσης. Η Ιστορία τούς ανέθεσε το ρόλο να αγωνιστούν για να ανατρέψουν την ατομική ιδιοκτησία και να την κάνουν κοινωνική κι έτσι να καταργήσουν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Αν υπάρξουν εργάτες, οι οποίοι λόγω της θέσης στην ιεραρχία της κοινωνίας, αρπάξουν τον πλούτο και τα μέσα παραγωγής της κοινωνίας και γίνουν καπιταλιστές και μετατρέψουν όλους τους άλλους σε καταναγκαστικούς εργάτες. Η ιστορία θα αναθέσει σ’ αυτούς το ρόλο της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας. Μόνο ένα πισωγύρισμα, μια καθυστέρηση θα φέρουν. Το Διαλεκτικό προτσές δε σταματά.

Θωμάς Κουγιαγκας
ΚΟΒ Αγίου Παντελεήμονα Αχαρνών
Ο προσυνεδριακός διάλογος παράδειγμα προς μίμηση για την καθημερινή επικοινωνία του Κόμματος με το λαό

Πολύτιμη ευκαιρία η δημοσιοποίηση των Θέσεων της ΚΕ για το επερχόμενο Συνέδριο του Κόμματος, καθώς και η πρόσκληση σε διάλογο που τη συνόδευε.

Πολύτιμη ευκαιρία τόσο για όλους εκείνους που, οραματιζόμενοι την πανανθρώπινη αταξική κοινωνία του μέλλοντος και υπομένοντας βουβά την ευτελή σημερινή πραγματικότητα, έχουν, επιτέλους, τη δυνατότητα να εκφράσουν την άποψή τους για τα κοινά, να νιώσουν τη χαρά της συμμετοχής, να νιώσουν Ανθρωποι.

Πολύτιμη, επίσης, ευκαιρία για το ίδιο το Κόμμα, που έχει τη δυνατότητα να ακούσει και, προπαντός, να λάβει υπόψη του τις αγωνίες, τους πόθους, τις προσδοκίες και ό,τι άλλο έχει να καταθέσει καθένας μέσα από αυτήν τη διαδικασία και ταυτόχρονα να δώσει μια, έστω και μερική, απάντηση στα περί «αυτιστικής αριστεράς».

Θα ξεκινήσω, λοιπόν, το σχολιασμό μου με μια παρατήρηση όσον αφορά στην έκταση, αλλά και στο περιεχόμενο των Θέσεων. 79 σελίδες (1ο θέμα) και 43 (2ο θέμα), σελίδες που, όπως είναι φυσικό, χαρακτηρίζονται από πολύ μεγάλη περιεκτικότητα νοημάτων, καθιστούν, για τους μη μυημένους, μάλλον επίπονη έως αδύνατη και την απλή ακόμη ανάγνωση και κατανόηση, πόσο μάλλον την επεξεργασία τους. Αυτό που θέλω να πω στην ουσία είναι ότι οι θέσεις του Κόμματος δε θα πρέπει απλώς να ανακυκλώνονται σχολιαζόμενες μέσα σ’ έναν λίγο έως πολύ στενό κύκλο υποψιασμένων διανοητών. Το ζητούμενο νομίζω ότι είναι πώς το Κόμμα θα μπορέσει να κερδίσει την προσοχή, να συγκινήσει και να βάλει στο παιχνίδι καινούριες μάζες, γιατί, αλλιώς, πώς θα χτιστεί το Μέτωπο;

Ενα άλλο σχετικό ζήτημα είναι ότι πολύ συχνά ακούγεται η άποψη, και όχι βέβαια από κακοπροαίρετους σχολιαστές, ότι το λεξιλόγιο του Κόμματος είναι ξεπερασμένο, δυσνόητο, αρνητικά φορτισμένο, κ.ά. Σε πολλές, πράγματι, περιπτώσεις, χρησιμοποιούνται παραδοσιακά ξενικοί όροι, εκεί που θα μπορούσαν να εισαχθούν παράλληλα και σταδιακά ελληνικοί όροι, που θα βοηθούσαν και στην κατανόηση της ουσίας τους, χωρίς πολλά λόγια. Βάζω στοίχημα πως ο πολύς κόσμος όταν ακούει σοσιαλισμός, κομμουνισμός δεν αντιλαμβάνεται κοινωνικοποίηση και κοινοκτημοσύνη αντίστοιχα. Αλλα τέτοια παραδείγματα είναι οπορτουνισμός αντί καιροσκοπισμός, ρεβιζιονιστής αντί αναθεωρητής, ρεφορμιστής αντί μεταρρυθμιστής, καπιταλιστής αντί κεφαλαιοκράτης, κ.ο.κ.

Επειτα, τι καταλαβαίνει άραγε ο πολύς κόσμος ακούγοντας συνέχεια το μεγάλο κεφάλαιο, του μεγάλου κεφαλαίου κ.ο.κ. Θα έλεγε κανείς ότι ο όρος αυτός δεν παραπέμπει καν σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή τάξη. Γιατί να μη λέμε οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής ή, πιο απλά, τα αφεντικά;

Θα μου πει ίσως κάποιος: Στις λέξεις θα κολλήσουμε; Απαντώ: Αν οι λέξεις δεν είχαν τόσο καθοριστική σημασία, δε θα πάσχιζαν ορισμένοι να υιοθετούν και να επαναλαμβάνουν συνεχώς λέξεις, όπως: αλλαγή, κοινωνική συναίνεση, κοινωνική συνοχή, παραγωγικές τάξεις (βιομήχανοι, εφοπλιστές όλοι μέσα!), κοινωνικός διάλογος και τόσες άλλες, ούτε θα απέδιδαν στα ελληνικά όρους, όπως η περιβόητη ευελφάλεια!!

Το ΚΚΕ, ενώ είναι συνεπές, από μαρξιστική – λενινιστική σκοπιά, ως προς τη διατύπωση των θέσεων για το σοσιαλισμό, ίσως υστερεί ως προς την προβολή τους. Ας το πούμε και αλλιώς: Είναι σαν να διαθέτει ένα εξαιρετικό προϊόν, αλλά δεν ξέρει πώς να το διαφημίσει, πώς να του βάλει δελεαστικό περιτύλιγμα και πώς να το πλασάρει. Ξεχνάμε, όμως, ότι ζούμε στην κοινωνία της διαφήμισης!! Χρειάζεται περισσότερη πονηριά και ευελιξία!! Το ύφος και η γλώσσα τόσο του «Ριζοσπάστη» όσο και του «902» (ραδιόφωνο και τηλεόραση) θα πρέπει να κινηθούν προς την κατεύθυνση των άρθρων του «Κυριακάτικου Ριζοσπάστη» «Το απόλυτο ρόδο» και «Η ΑΛΛΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ» ή του «Ημεροδρόμου» του «902» (ραδιόφωνο). Χρειάζεται περισσότερη ελαφράδα στα επικοινωνιακά μέσα που διαθέτει το Κόμμα.

Αλλωστε, στα προβλήματα επικοινωνίας του Κόμματος με το ευρύ κοινό αναφέρονται εύστοχα, αν και από άλλη σκοπιά, οι θέσεις του 6ου Κεφαλαίου (σ. 51-71). Συμφωνώ απόλυτα με την εκτίμηση: «…να υπάρχει μόνιμη ουσιαστική επαφή που να μην περιορίζεται σε περιόδους γενικών κινητοποιήσεων ή στις εκλογικές αναμετρήσεις. Οι συσκέψεις με φίλους και οπαδούς είναι μόνιμος τρόπος δουλειάς και επικοινωνίας και έτσι πρέπει να γίνεται κατανοητός από τα Οργανα και τις ΚΟΒ» (θέση 75, σ. 57), καθώς και με το ζήτημα της προσωπικής επαφής και του διαλόγου πρόσωπο με πρόσωπο (θέσεις 81 και 100, σ. 61 και 76) και αφού: «(…) αναδεικνύεται σήμερα η ανάγκη να διαμορφωθούν στελέχη με πιο συνδυασμένες ικανότητες. (…) Το Κόμμα χρειάζεται στελέχη – καθοδηγητές Οργανώσεων (…) Η διαμόρφωση ανάλογων στελεχών αποτελεί σοβαρή προϋπόθεση για να βελτιώνεται η λειτουργία και αποδοτικότητα των οργάνων, (…)» (θέση 80, σ. 60). Γιατί δε γίνονται συνεχώς επιμορφωτικές διαλέξεις – συζητήσεις στις ίδιες τις ΚΟΒ; Στην πραγματικότητα, αυτό που χρειάζεται είναι συστηματική Σχολή Στελεχών.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να σημειώσω μια σημαντική κατά τη γνώμη μου παράλειψη. Στο Κεφάλαιο 6, Γ. Η δράση του Κόμματος στις μάζες (θέσεις 82-86, σ. 61-66), δε γίνεται αναφορά στους επιστήμονες – διανοούμενους, για τους οποίους υπήρχε ιδιαίτερη θέση (32, σ. 52-53) ενόψει του 17ου Συνεδρίου. Λες και η εργατική τάξη μπόρεσε κατά το παρελθόν ή θα μπορέσει στο μέλλον να καλύψει όλες τις ανάγκες της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, δίχως τη συνδρομή των συνειδητοποιημένων επιστημόνων – διανοουμένων. Αλλωστε, Μαρξ, Ενγκελς, Λένιν και τόσοι άλλοι πρωτοπόροι, τι άλλο ήταν παρά διανοούμενοι;

Φιλικά

Σ. Σ.

Επανάσταση και αντεπανάσταση στις σοσιαλιστικές χώρες

«…Για μια πραγματική αντεπανάσταση δεν αρκεί μόνο η επιθυμία της αστικής τάξης, αλλά και να κάνουν λάθη οι επαναστάτες…» (Λένιν).

Η ανάγκη γενίκευσης της πείρας από τις αντεπαναστατικές ανατροπές στις σοσιαλιστικές χώρες επιτάσσει τη βαθύτερη ενασχόλησή μας σε όλα τα επίπεδα με τη διαλεκτική σχέση επανάστασης – αντεπανάστασης και ιδιαίτερα με τις νομοτέλειες που διέπουν την αντεπανάσταση.

1. Αποδείχτηκε ιστορικά (και όχι μόνο στην περίοδο περάσματος από τον καπιταλισμό προς το σοσιαλισμό, αλλά και σε προγενέστερους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς) πως η αντεπανάσταση, όπως άλλωστε και η επανάσταση, διέπεται από ορισμένες νομοτέλειες. Εμφανίζεται μαζί με την επανάσταση, ως αντίθετη τάση – αντίδραση (για να χρησιμοποιήσουμε όρους της Φυσικής) της επανάστασης.

Ο ρόλος και ο χαρακτήρας της είναι διαφορετικός στις διάφορες ιστορικές εποχές. Πάντως η εμφάνιση και δράση της αποτελεί νομοτελειακό φαινόμενο για την περίοδο της διαμόρφωσης των νέων κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών. Μάλιστα έχει αποδειχτεί πως όσο λιγότερο ανεπτυγμένη είναι η υλικοτεχνική παραγωγική βάση, και όσο λιγότερο αυτή αντιστοιχεί στις νέες παραγωγικές σχέσεις, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα παλινόρθωσης των παλαιών κοινωνικών μορφών.

Η αντεπανάσταση διακόπτει προσωρινά την κοινωνική εξέλιξη, δεν μπορεί όμως να τη σταματήσει.

Η αντεπανάσταση στις σοσιαλιστικές χώρες δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία», ούτε αποκλειστικό έργο μόνο του ιμπεριαλιστικού περίγυρου (που έπαιξε σημαντικό ρόλο), ούτε και μόνο οπορτουνιστικών ηγεσιών (που και αυτοί έπαιξαν το ρόλο τους).

Μετά την επανάσταση, η αντεπανάσταση δε σβήνει αλλά δίνει λυσσαλέα μάχη αξιοποιώντας ερείσματα, σε διεθνές και εθνικό επίπεδο από τις ηττημένες δυνάμεις, αξιοποιεί τη δυσαρέσκεια που προκαλούν οι δυσκολίες της αντιφατικής πορείας του νέου συστήματος, αξιοποιεί την όποια διάσταση μεταξύ των κοινωνικών προσδοκιών και νέας πραγματικότητας, καθώς και τις οικονομικές, στρατιωτικές, ιδεολογικές, πολιτικές και ψυχολογικές πιέσεις που ασκεί ο διεθνής περίγυρος ιδιαίτερα σε συνθήκες καπιταλιστικής περικύκλωσης.

Η αντεπανάσταση στις σοσιαλιστικές χώρες, σε ολόκληρη τη διαδρομή της, έδειξε πως επρόκειτο για μια αντιφατική διαδικασία που δεν προέκυψε αιφνιδιαστικά το 1985 με την Περεστρόικα, ούτε απλά το 1956 (το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ ήταν σημείο «ποιοτικής στροφής» – τομή στην πορεία της αντεπανάστασης), ούτε στη δεκαετία του 1920 (θάνατος Λένιν).

Ολη η ιστορία της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας στην ΕΣΣΔ είναι μία περίοδος διαπάλης (με διάφορες μορφές αλλά πάντα με ένταση) μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης. Στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια η αντεπανάσταση παίρνει τη μορφή της ιμπεριαλιστικής επέμβασης και του εμφυλίου πολέμου εναντίον της σοβιετικής εξουσίας. Στη συνέχεια αυτή παίρνει τη μορφή της εκτεταμένης δολιοφθοράς και της συνωμοσίας, τη μορφή των ιδεολογικών και πολιτικών οπορτουνιστικών ρευμάτων, οι εκπρόσωποι των οποίων επιδιώκουν την επιβράδυνση των ρυθμών της επανάστασης, τη συντήρηση του καθεστώτος της μεταβατικής περιόδου (ΝΕΠ), ακόμη και την επάνοδο των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων.

Κατά την περίοδο των δεκαετιών του ‘30 – ‘50 υπερτερούσε (και σωστά) η τάση κατάπνιξης της αντεπανάστασης (οι ιστορικές της ρίζες όμως εξακολουθούσαν να υπάρχουν). Λάθη, αδυναμίες ή και «υπερβολές» της περιόδου εκείνης αξιοποιούνται στη συνέχεια για τη μετάβαση σε αποκλίσεις αντίθετου, «δεξιού», χαρακτήρα, στο όνομα του «ξεπεράσματός» τους.

Ουσιαστικά δηλαδή οι άμεσες προϋποθέσεις κορύφωσης της αστικής αντεπανάστασης δημιουργούνται στη μεταπολεμική περίοδο, οπότε ανακύπτει η αναγκαιότητα μετάβασης σε ένα νέο στάδιο ανάπτυξης (πέρασμα από την εκτατική στην εντατική ανάπτυξη) της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Σε αυτή την κρίσιμη καμπή η ηγεσία της χώρας άρχισε να αναζητά λύσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη όχι μέσα από τη μελέτη των εσωτερικών νόμων οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, αλλά στην αστική πολιτική οικονομία. Το γεγονός αυτής της στροφής της πολιτικής ηγεσίας στην αστική πολιτική οικονομία, που εκδηλώθηκε με μια σειρά «μεταρρυθμίσεις» της οικονομίας της ΕΣΣΔ (κυριότερες του 1957 και 1965) αλλά και στο πολιτικό εποικοδόμημα, σηματοδοτεί την ενίσχυση των αστικών και μικροαστικών τάσεων συνολικά στη χώρα. Η κομμουνιστική προοπτική υπήρχε πλέον μόνο στις διακηρύξεις των κομματικών ντοκουμέντων, ενώ η κοινωνία κινείται (με αντιφάσεις και αντιστάσεις) προς άλλη κατεύθυνση…

(Να υπογραμμίσουμε εδώ πως πέρα από το σωστό ξεκαθάρισμα της σχέσης σοσιαλισμού – κομμουνισμού, θα πρέπει ταυτόχρονα να τονίσουμε πως η κομμουνιστική κοινωνία είναι το πέρασμα «στην πραγματική ιστορία της ανθρωπότητας» και από αυτή την άποψη αποτελεί όχι μόνο «διαλεκτική άρνηση» του καπιταλισμού, αλλά και ολόκληρης της μέχρι τώρα ανθρώπινης ιστορίας).

Η ανάπτυξη των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων ενίσχυσε σε πλατιά κλίμακα την εξάπλωση της «σκιώδους οικονομίας», του παράνομου ιδιωτικού πλουτισμού (με τη διάβρωση και του διοικητικού κομματικού μηχανισμού), συγκρότησε, πλέον, τις κοινωνικές δυνάμεις που επεδίωκαν συνειδητά την αντεπανάσταση. Οι εξελίξεις αυτές προκαλούσαν ανάλογη διάβρωση στις λαϊκές συνειδήσεις (κυρίως στη σχέση μεταξύ ατομικού – συλλογικού, πολιτική «απάθεια» κ.ά.).

Η «σκιώδης οικονομία» ανταποκρινόμενη και σε πραγματικές ανάγκες, τις οποίες η νόμιμη οικονομία αδυνατούσε να ικανοποιήσει, λειτουργούσε παρασιτικά στον «κορμό» της νέας κοινωνίας, χωρίς ωστόσο να είναι ικανή να υποσκελίσει τις κυρίαρχες σοσιαλιστικές αρχές παραγωγής, κάτι που προϋπέθετε απαραίτητα το τσάκισμα του σοσιαλιστικού κράτους και τη δρομολόγηση καπιταλιστικής παλινόρθωσης με την εγκαθίδρυση αστικού καθεστώτος.

Σε τελευταία ανάλυση, οι ανατροπές προκλήθηκαν από τη δράση κοινωνικών δυνάμεων, δημιουργημένων από τις εσωτερικές αντιθέσεις του συστήματος, σε ιστορικές συνθήκες, όπου η πολιτική κομματική ηγεσία είχε απολέσει (λόγω ιδεολογικής ανεπάρκειας και οπορτουνισμού) την κομμουνιστική προοπτική και, συνεπώς, αδυνατούσε να δρομολογήσει την επίλυση αυτών των αντιθέσεων σε κομμουνιστική κατεύθυνση.

2. Χρειάζεται να βαθύνουμε περισσότερο στα ζητήματα αυτοκριτικής μας. Οχι για να κάνουμε «χαρακίρι», ούτε και για να ζητήσουμε «άφεση αμαρτιών» από τους ταξικούς μας αντιπάλους. Αλλά για να μπορέσουμε να βγάλουμε ουσιαστικά συμπεράσματα και να αποδώσουμε σωστά την πραγματικότητα.

Η παραδοχή του αρνητικού ρόλου του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ θα πρέπει να συνδέεται ταυτόχρονα με την παραδοχή ότι μετά από αυτό είχαμε κύμα πολύμορφων επεμβάσεων ενάντια σε ηγεσίες κομμάτων που αντιδρούσαν με τη δεξιά αυτή στροφή.

Το ΚΚΕ δέχτηκε, μέσω της «6ης Πλατιάς Ολομέλειας», την αντικομματική – αντιδιεθνιστική, πέρα από κάθε αρχή, επέμβαση της ηγεσίας της ΕΣΣΔ (και των άλλων κομμάτων των σοσιαλιστικών χωρών), γεγονός που συνέβαλε καθοριστικά στο επόμενο διάστημα, στην άκριτη ουσιαστικά αποδοχή κάθε απόφασης, ενέργειας ή θεωρητικού κατασκευάσματος που προερχόταν από αυτήν.

Τα επιχειρήματα της «θεωρητικής ανεπάρκειας», της «εξιδανίκευσης» δεν είναι αρκετά. Και αυτό γιατί εκείνη την περίοδο υπήρχαν και διαφορετικές «φωνές» στα όσα συνέβαιναν. Να μην ξεχνάμε τη δριμύτατη κριτική που άσκησαν κομμουνιστικά κόμματα στο 20ό Συνέδριο και μετά (π.χ. Κίνας, Αλβανίας, γραπτά του Τσε κ.ά.). Μέλη του Κόμματός μας (μαζί και ο ΓΓ Νίκος Ζαχαριάδης) διαγράφτηκαν γιατί αρνήθηκαν να συνταχτούν με το 20ό Συνέδριο και την «6η Ολομέλεια». Οι φωνές αυτές και οι αντιδράσεις (ανεξάρτητα από την κατοπινή πορεία τους) χαρακτηρίστηκαν τότε συλλήβδην «αντικομματικές», «αντισοβιετικές».

Ως Κόμμα, λαθεμένα, επικροτήσαμε την ακολουθούμενη πορεία της ΕΣΣΔ, μέχρι τέλους. Και αν σήμερα, και σωστά, «αποκαθιστούμε» ιδεολογικά χρονικές περιόδους (π.χ. ‘30 – ‘50) εύκολα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν έγινε κάτι τέτοιο τα προηγούμενα χρόνια, πριν τις ανατροπές. Γιατί, για παράδειγμα, χρειάστηκαν 50 χρόνια για να επανεκδώσουμε τα «Απαντα Στάλιν» ή τα «Οικονομικά προβλήματα του Σοσιαλισμού» αναγνωρίζοντας τη σημασία τους;

Και κάτι ακόμη: Συχνά κάνουμε λόγο για το «σοσιαλισμό που γνωρίσαμε». Πρόκειται για λαθεμένη έκφραση – αντίληψη. Γιατί «άλλον» σοσιαλισμό γνωρίσαμε τις δεκαετίες του ‘30 και «άλλον», π.χ., του ‘80. Η πορεία ούτε ευθύγραμμη ήταν, ούτε προς τον ίδιο στόχο (κομμουνιστική κοινωνία) σε κάθε περίοδο…

Η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, οι επιτυχίες, οι αποτυχίες, η ήττα, μας επιτρέπουν να αποκτήσουμε σήμερα βαθύτερη κατανόηση του τι πρόκειται να συναντήσει η ανθρωπότητα στο μακρύ και δύσκολο δρόμο προς τον κομμουνισμό απαιτώντας από εμάς πρώτιστα την παραπέρα ανάπτυξη της Μ-Λ κοσμοθεωρίας μας. Και αυτό γιατί αποδείχτηκε πως χωρίς πραγματικά κομμουνιστική στρατηγική δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική επαναστατική πρωτοπορία και άρα πορεία προς τον κομμουνισμό.

Αλέκος Χατζηκώστας
ΚΟΒ ΠΑΣΑ – ΚΙΟΣΚΙ, Βέροια
Κομματική οικοδόμηση – πολιτική ή ανθρώπινη συνείδηση;

Αν η αλήθεια κάθε πράγματος βρίσκεται στη βασική του αντίθεση τότε και η αλήθεια της κομματικής οικοδόμησης φαίνεται στην αντίφαση του κομμουνιστικού κινήματος που εκδηλώθηκε στις ανατροπές. Οι ιδιαίτερες για κάθε ΚΚ αντιφάσεις δεν είναι παρά ιδιαίτερες μορφές της βασικής αντίφασης. Σε μας αυτό εκδηλώνεται με το ότι ενώ κάθε λογικός άνθρωπος θα πρέπει να συμφωνήσει με την πολιτική πρότασή μας, ωστόσο η μεγάλη μάζα αυτών που έχουν άμεσο συμφέρον από αυτήν στέκουν αδιάφοροι απέναντί της. Το πρόβλημα πρέπει να βρίσκεται στην ίδια τη φύση της πολιτικής, στη φύση της πολιτικής χειραφέτησης. Στις ανατροπές, η ίδια η πολιτική οργάνωση του προλεταριάτου αναίρεσε τον εαυτό της.

Συμπίπτει η πολιτική χειραφέτηση με τη χειραφέτηση του προλεταριάτου; Και ναι και όχι. Για μια περίοδο αναγκαστικά. Από ένα σημείο και πέρα όχι. Απ’ αυτό το σημείο η πολιτική χειραφέτηση μετατρέπεται σε χειραφέτηση της πολιτικής από το προλεταριάτο, αντί να χειραφετηθεί το προλεταριάτο από την πολιτική, εφόσον ωρίμασαν οι συνθήκες γι’ αυτό.

Η χειραφέτηση του προλεταριάτου είναι η χειραφέτηση του ανθρώπου από τον αποξενωμένο τρόπο αυτοεκδήλωσής του, από την αποξενωμένη εργασία. Το κεφάλαιο είναι η ολοκλήρωση της ιστορικής διαδικασίας αποξένωσης του ανθρώπου από τη δραστηριότητά του. Πρώτα θέτοντας την ιδεατή ύπαρξη της εργασίας σαν ιδιότητα ενός πράγματος, χρήμα, δεύτερον μετατρέποντας τους υλικούς όρους σε πραγματικό υποκείμενο και τον άνθρωπο σε αντικείμενο αυτών. Αμεσα η μηχανή το ωφέλιμο αποτέλεσμα το παράγει μόνο στερώντας από τον άνθρωπο την ουσιαστική δραστηριότητα και απομυζώντας τον, ψυχικά και σωματικά. Πάνω σ’ αυτήν την αντιστροφή δημιουργείται η ανάγκη μιας φανταστικής ύπαρξης του ανθρώπου, με το ότι οι συνειδητές δυνάμεις του (επιστήμη) ορθώνονται εχθρικά απέναντί του σαν εμπράγματη ιδιότητα των υλικών όρων και των ενεργών παραγόντων τους (διανόηση) και «από τη στιγμή που συντελεστεί αυτός ο χωρισμός, η συνείδηση μπορεί πραγματικά να φανταστεί να είναι κάτι άλλο από τη συνείδηση της υφιστάμενης πράξης, να φανταστεί κάτι πραγματικά, χωρίς να φαντάζεται κάτι πραγματικό» και με το να δημιουργείται μια κοινωνία πάνω και σε αντίθεση από την πραγματική ανθρώπινη ζωή με το κράτος, το εποικοδόμημα, όπου η φανταστική ύπαρξη αποχτάει άμεση υλική υπόσταση.

Η ουσία, της μέχρι τώρα ιστορίας, είναι ότι η κοινωνία αναπτυσσόταν σε αντίθεση με τον άνθρωπο και το γενικό συμφέρον υπήρχε αναγκαστικά μόνο σε αντίθεση με το ιδιαίτερο. Οι γενικές μορφές συνείδησης ήταν απλά η θεωρητικοποίηση του διχασμού αυτού. Η πολιτική συνείδηση είναι η ολοκλήρωση της θεωρίας της αντίθεσης του ιδιαίτερου και γενικού συμφέροντος, αλλά για τον ίδιο λόγο μετατρέπεται στην άρση της και μαζί του εαυτού της αν δε θέλει να φτάσει σε παραλογισμό.

Το ότι οι «φιλόσοφοι θέλανε απλά να εξηγήσουν τον κόσμο αλλά το θέμα είναι να τον αλλάξουμε» σημαίνει και ριζική αλλαγή του ανθρώπου, να άρει το διχασμό που ολοκληρώνεται στο τέλειο κράτος, όπου ο άνθρωπος βρίσκει μια φανταστική, πολιτική, συμφιλίωση με τις αστοιχείωτες αποξενωμένες δυνάμεις που κυριαρχούν πάνω του στην καθημερινή ζωή. Η δύναμη που μπορεί να άρει αυτόν το διχασμό βρίσκεται στον προλετάριο. Μόνο αυτός νιώθει εκμηδενισμένος από το γενικευμένο υποκείμενο με τη μορφή του κράτους που δεν είναι παρά η γενικευμένη μορφή των σχέσεων που ανεξαρτητοποιήθηκαν από τον άνθρωπο.

Το προλεταριάτο σήμερα περιλαμβάνει και σφαίρες εργασίας, επιστήμη, τέχνη που είχαν μια σχετική ανεξαρτησία προηγούμενα. Από την άλλη, αυτές οι σφαίρες υποτάσσονται όλο και πιο πολύ στο κεφάλαιο από την άποψη της δραστηριότητάς τους, του περιεχομένου τους. Αυτό είναι δύναμη ανάδρασης στο προλεταριάτο αποτελώντας την πραγματική ρίζα του οπορτουνισμού.

Αν το κεφάλαιο μπορεί να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις μόνο με τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας αποξενώνοντας μεταξύ τους τις διάφορες σφαίρες δραστηριότητας, η ενότητά τους, αναγκαία για την παραπέρα ανάπτυξη, μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε ποιοτικά ανώτερο επίπεδο, στη βάση της διαλεκτικής και του ολόπλευρα αναπτυγμένου ανθρώπου. Η μεγάλη μάζα που πετιέται στο «περιθώριο» της κενής από κάθε περιεχόμενο εργασίας είναι αυτή που όντας απαλλαγμένη από την ιδεολογικοποίηση της υποταγής της δραστηριότητας στο κεφάλαιο (διανόηση) και ταυτόχρονα ταπεινωμένη λόγω της «απαλλαγής» αυτής, είναι αυτή που ωθείται αντικειμενικά στην αφομοίωση της σύγχρονης επιστήμης σε ανώτερο και στο μόνο πλέον δυνατό επίπεδο, απλά γιατί δεν μπορεί να επιβεβαιώσει αλλιώς την προσωπικότητά της. Η αφομοίωση μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την κομματική ζωή, αλλά και το κόμμα δεν μπορεί να κάνει ποιοτικά άλματα παρά αν γίνει η ζωντανή αυτή αφομοίωση. Μόνο έτσι θα δημιουργηθεί εκείνη η μαζική κοινότητα, η ελεύθερη και συνειδητή συνένωση ανθρώπων, που θα νιώσει την ανάγκη και τη δύναμη να ανατρέψει το κεφάλαιο.

Πρέπει να αφομοιώσουμε την επιστήμη όπως αναπτύχθηκε στην ΕΣΣΔ διαλύοντας τη φιλοσοφία στις φυσικές επιστήμες, σε αντίθεση με τη Δύση όπου οι φυσικές επιστήμες διαλύονται μέσα στη φιλοσοφία.

Το πολιτικό περιεχόμενο των ΚΚ προέκυψε σαν ανάγκη ολοκλήρωσης της κυριαρχίας των υλικών όρων πριν την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω τους. Ο σοσιαλισμός δημιούργησε τους όρους γι’ αυτήν, δεν κατάφερε όμως να πετάξει την πολιτική του μάσκα. Αντίθετα η ειρωνεία της ιστορίας πέταξε τη μάσκα από την πολιτική.

Γ. ΒΑΒΙΤΣΑΣ
Για το δεύτερο θέμα

Σύμφωνα με ανακοίνωση («Ριζοσπάστης» 5-10-2008) της επιτροπής για το Δημόσιο προσυνεδριακό Διάλογο του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, ο διάλογος θα διεξαχθεί σε δυο θέματα. 1ο θέμα: Απολογισμός από το 17ο Συνέδριο και τα καθήκοντα του Κόμματος έως το 19ο Συνέδριο. 2ο θέμα: Θέσεις για το Σοσιαλισμό, με βάση τις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ. Το πρώτο θέμα νομίζω ότι αφορά αποκλειστικά τα μέλη του Κόμματος τα οποία και γνωρίζουν, τα ζητήματα. Ετσι για όλους τους άλλους μοναδικό θέμα μένει το δεύτερο: «Θέσεις για το Σοσιαλισμό».

Διερωτάται κανείς πόσοι από τους εργαζόμενους στην Ελλάδα έχουν θέσεις για τον σοσιαλισμό.

Αποψη και γνώμη για το σοσιαλισμό έχουν όλοι, όπως άποψη και γνώμη έχουν για όλα τα κοινωνικά ζητήματα, θέσεις όμως έχουν μόνο αυτοί που μπορούν να τις τεκμηριώσουν έστω και στοιχειωδώς.

Η οργάνωση μιας δίκαιης και ευημερούσας κοινωνίας απασχολεί φιλοσοφικά τον Πλάτωνα στην «Πολιτεία» όπου διερευνά και τη δυνατότητα κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας και την κοινοκτημοσύνη. Σήμερα, 24 αιώνες μετά, τα ζητήματα αυτά απασχολούν ακόμα τη φιλοσοφική και πολιτική σκέψη.

Είμαι σε αδυναμία να διατυπώσω και να τεκμηριώσω θέσεις για το πελώριο θέμα του σοσιαλισμού μέσα σε 1.200 λέξεις, θα εκθέσω λοιπόν συνοπτικά τη γνώμη μου για το θέμα αυτό.

Πρώτα πρέπει να δώσουμε τον ορισμό του σοσιαλισμού. Συμφωνώ γενικά με τον ορισμό που έδωσε η Αλέκα Παπαρήγα τον Νοέμβριο του 2002 στα Γιάννενα σε εκδήλωση της ΚΝΕ: «Σοσιαλισμός σημαίνει κοινωνικοποιημένη ιδιοκτησία των πάντων, των μέσων παραγωγής μηχανών, των μέσων παραγωγής όλων των καταναλωτικών αγαθών, κοινωνικοποιημένες υπηρεσίες, γη, σημαίνει εργατική εξουσία. Δηλαδή εξουσία της εργατικής τάξης, η οποία ασκείται με συμμάχους τα λαϊκά στρώματα που εκπροσωπούν προσοσιαλιστικές σχέσεις».

Ο σοσιαλισμός, κατά τη γνώμη μου, είναι αναγκαίος για μια ανθρώπινη κοινωνία, αλλά δυστυχώς παραμένει επίκαιρος μόνον ως ζήτημα φιλοσοφικής και ιδεολογικής αναζήτησης και όχι ως εφαρμογή. Είναι γνωστό το ανέκδοτο ότι όσα κόμματα στην Ευρώπη προεκλογικά επικαλέστηκαν τον σοσιαλισμό, στην πράξη εφάρμοσαν τον ανύπαρκτο σοσιαλισμό, γιατί προέβλεψαν ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός θα καταρρεύσει.

Στην παράγραφο 3 επίσης, των Θέσεων της ΚΕ αναφέρεται: «Η σοσιαλιστική οικοδόμηση είναι μια ενιαία διαδικασία η οποία ξεκινά με την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη». Δηλαδή το πρώτο ζητούμενο είναι η κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. Εδώ πρέπει να ορίσουμε τι εννοούμε «εργατική τάξη» το 2008.

Προσωπικά δεν μπορώ να δώσω τον ορισμό αυτό. Αν η εργατική τάξη είναι η καταπιεζόμενη και εκμεταλλευόμενη τάξη, τότε στην Ελλάδα στην εργατική τάξη ανήκει η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Τα εκλογικά αποτελέσματα όμως αποδεικνύουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία δε διαθέτει ταξική συνείδηση. Η ταξική συνείδηση λοιπόν παραμένει ένα τεράστιο πρόβλημα του παρελθόντος αλλά και μέχρι σήμερα αξεπέραστο. Αλλο ερώτημα είναι, κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη στην Ελλάδα ή σε όλο τον πλανήτη;

Στο σύνθημα των Μαρξ και Ενγκελς στο τέλος του Κομμουνιστικού Μανιφέστου «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» το «όλων» πρέπει να γράφεται με κεφαλαία γράμματα γιατί αν δεν είναι, όλων, τότε οι δυνατότητες επικράτησης είναι ανύπαρκτες.

Στην έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής» του 1988 του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, στη σελίδα 11 αναφέρεται: «Η εκμεταλλευόμενη και καταπιεζόμενη τάξη (εργατική τάξη) δεν μπορεί να απελευθερωθεί από την τάξη που την εκμεταλλεύεται και την καταπιέζει (από την αστική τάξη) χωρίς να απελευθερώσει σύγχρονα και για πάντα ολόκληρη την κοινωνία από την εκμετάλλευση και την καταπίεση. Αυτή η ιδέα ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον Μαρξ. Αυτό το έχω πει πολλές φορές τώρα, όμως είναι ίσα-ίσα που χρειάζεται η δήλωση αυτή να προταχθεί στο ίδιο το μανιφέστο.», πρόλογος του Ενγκελς στη γερμανική έκδοση του 1883.

Πρέπει λοιπόν, αξιοποιώντας την εμπειρία του παρελθόντος, να συζητήσουμε για το Σοσιαλισμό το 2008 με όρους και δεδομένα του 2008, και με όρους που θα επιθυμούσαμε, όπου στην Ελλάδα κυριαρχεί ο δικομματισμός με γυρίσματα μπρος-πίσω, όπου στην Ευρωπαϊκή Ενωση έχουμε τον Νικολά Σαρκοζί, την Αγκελα Μέρκελ, τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, στη Ρωσία τον Πούτιν, στις ΗΠΑ τον Μπους, στην Κίνα ένα καπιταλιστικής κατεύθυνσης κομμουνιστικό κόμμα, στο Βιετνάμ ιδιωτικοποιούνται επιχειρήσεις, στη Νότια Αμερική παρακολουθούμε με αγωνία την πορεία των ελπιδοφόρων κινημάτων του Εβο Μοράλες, του Ούγκο Τσάβες, του Λούλα ντα Σίλβα κτλ.

Σε αυτό το περιβάλλον λοιπόν, τι ελπίδες έχει η εργατική τάξη να κατακτήσει την εξουσία; Πρέπει η αριστερά να δώσει στο λαό αξιόπιστη πρόταση εξουσίας, πρόταση διακυβέρνησης με κοινοβουλευτική ή επαναστατική διαδικασία.

Εγκριτοι οικονομολόγοι και πολιτικοί που αρνούνται τον καπιταλισμό, ομολογούν ότι η καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία δημιουργεί μεν μεγαλύτερο εισόδημα αλλά υστερεί στη δίκαιη κατανομή αυτού του εισοδήματος.

Ο σοσιαλισμός, όχι αυτός που φανταζόμαστε, αλλά αυτός που θα εφαρμοστεί με τα σημερινά δεδομένα, θα έχει σίγουρα δικαιότερη κατανομή, αλλά θα έχει επαρκές εισόδημα να κατανέμει;

Ο καπιταλισμός σαπίζει αλλά δεν πεθαίνει όπως φαίνεται και τώρα από την παγκόσμια οικονομική κρίση. Ο σοσιαλισμός από την άλλη δεν ωριμάζει διότι δεν τον καλλιεργούμε με ρεαλισμό αλλά με ιδεολογήματα των αρχών του περασμένου αιώνα. Και αν δεν ωριμάσει, τότε «καμία δομική αλλαγή δεν μπορεί να πετύχει αν δεν ωριμάσει στη συνείδηση του λαού», όπως έλεγε ο Λένιν, ο οποίος επίσης είπε: «πολιτική με την έννοια της λέξης μπορούν να κάνουν μόνο οι πολίτες διότι η πολιτική αυτούς αφορά, όμως οι πολίτες όντας ανοργάνωτοι, είναι έρμαια της κάθε κομματικής ηγεσίας».

Επομένως κατά τη γνώμη μου το να συζητάμε σήμερα για την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη ως προϋπόθεση για την επικράτηση του σοσιαλισμού, με Θέσεις όπως αυτές που καταγράφονται στις Θέσεις της ΚΕ για το 18ο Συνέδριο, τότε το μόνο που κατορθώνουμε είναι να κρατήσουμε ζωντανό το σπόρο της ιδέας αυτής για να καρποφορήσει στις επόμενες γενιές. Διότι, πιστεύω ότι ο τίτλος του περιοδικού που εξέδιδε ο Κορνήλιος Καστοριάδης «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», δίνει το νόημα της αναγκαιότητας του Σοσιαλισμού.

Φιλικά

Δημήτρης Λέκκας
Γενικός Γραμματέας Δήμου Καλαμαριάς
Για το δεύτερο θέμα

18ο Συνέδριο του τιμημένου κόμματός μας

Απολογισμός δράσης. Απολογισμός 17 χρόνων. Αποτίμηση μακράς πορείας, ολόπλευρης και σε βάθος. Εξέταση των πάντων, που απασχόλησαν το κόμμα. Εξέταση του χθες. Σήμερα. Αύριο. Εντοπισμός λαθών, αδυναμιών, παραλείψεων, καθυστερήσεων. Τι κάναμε; Γίναμε απαιτητικοί; Αυστηροί; Ισχυροί; Βελτιωθήκαμε; Διορθώσαμε; Πώς θα γίνει η δικτατορία του προλεταριάτου; Της εργατικής τάξης; Από το 1956 – 1958 τη ροκάνιζαν οι οπορτουνιστές στην ΕΣΣΔ (πρωτίστως) παράλληλα δε και στις άλλες μικρότερες φίλες χώρες… Αργά, σταθερά, υπονόμευαν το σοσιαλισμό. Ολοκλήρωσαν το άτιμο έργο τους το 1990 – 1991. Γνωστά. Πέρασαν 55 χρόνια! Ανεπανόρθωτο, βαρύτατο το πλήγμα!

Ολες εκείνες τις λάθος επιλογές της ηγεσίας της ΕΣΣΔ συνειδητές και νάτα τα αποτελέσματα, εμείς ως διεθνιστές τις υιοθετούσαμε. Ακριτα. Ηταν «προβλήματα ανάπτυξης σοσιαλισμού», ενώ ήταν διαφθορά, εκμαυλισμός, πριόνισμα (Θέσεις 27 και 30).

Ανατροπή μέσα και άνω. Οχι αντεπανάσταση. Γκρεμίστηκαν όλα. Ο λαός πώς αντέδρασε; 25.000.000 νεκροί! Πιο πολλοί τραυματίες! Πλήρης καταστροφή. Τι έκανε ο λαός της ΕΣΣΔ 17 χρόνια τώρα; Καμία αντίδραση. Εκαψε μουσεία. Εσπασε μνημεία. Ολεθρο! Κάτω από 10% στις πρώην χώρες εκεί! Σήψη, διαφθορά, πορνεία, εξαθλίωση, καταστροφή χωρών, πείνα… Τόση ξετσιπωσιά;

Ξεσηκώθηκε το 1910 – 1914, τον μεγάλο Οκτώβρη του 1917. Τότε! Στην πλήρη αμορφωσιά στην πλήρη υποδούλωση! Είχαν ηγέτες όμως. Λένιν – Στάλιν. Ηγέτες με πολλές οκάδες… βαρίδια. Ηγέτες των αιώνων.

Αμ’ τούτος, ο εδώ λαός μας; Σε ερωτά: «Γιατί το ‘45; Το ‘46; Τι έγινε και διαλύθηκε – έτσι την αναφέρει = διάλυση – η Σοβιετική Ενωση και όλες οι φίλες χώρες; Το μυαλό του είναι κολλημένο εκεί. Δεν ξαπολάει. Εκεί. Αβουλο ον. Ερπει ακόμα. Το βαράς, το καβαλάς, το ξεζουμίζεις, 65 χρόνια θωρακισμένο ιδεολογικό επίπεδο; Πειθώ; Μορφωτικό επίπεδο; Δύναμή μας απέναντι στη δυσαρέσκεια, οργή του λαού; Μας χτυπάνε αλύπητα όλα τα ΜΜΕ. Ναι. Ψεύδη, ψεύδη. Ναι. Αναχώματα. Ναι. Εξαγορά συνειδήσεων. Ναι. Υποσχέσεις. Ναι.

Η εργατική τάξη δεν είναι ένα ενιαίο σύνολο. Δεν έχει ενιαίο μορφωτικό, πολιτικό, ιδεολογικό επίπεδο. Δεν έχει ίδιες πολιτιστικές ευαισθησίες. Αρα, δεν έχει ίδιο βαθμό συνειδητοποίησης του ρόλου που έχει και τις θέσεις του, που έχει στον καπιταλισμό. Να, λοιπόν ένα πεδίο δουλειάς. Να απαιτήσουμε πλήρη γνώση του σύγχρονου χαρακτήρα της εργατιάς. Εδώ απαιτείται η πλήρης, συστηματική προσπάθεια, για ιδεολογική, πολιτική διαφώτιση. Κερδίζεις την καρδιά, τον νου. Βάζεις ψηλά τον πήχη. Ολα τα σφυριά να χτυπάνε. Οπου είναι κάτοικοι. Πρακτική δουλειά, πάνω στα μεγάλα πολιτικά, πραγματικά ζητήματα. Οχι εμπλοκή στο ‘45, ‘46, ‘89 των «κοιμισμένων». Εχουμε χρέος να τους ξυπνήσουμε…

Εκεί! Στο ‘89, στις ανατροπές των πρώην σοσιαλιστικών χωρών… Δεν ξυπνάει τούτος ο λαός; Εδώ θα ‘ναι; Στην κακομοιριά; Στο χρηματιστήριο; Στις πιστωτικές κάρτες, στα μπαρ, στις TV; Πόλεμος έγινε δίπλα μας και τούτος ο λαός, χαχάνιζε πλην ελαχίστων! Λοιπόν. Δε σταματάμε. Εχουμε χρέος. Ρήγμα στους αντιπάλους. Να του κλέψουμε δυνάμεις. Η δυσαρέσκεια, η οργή, να μετατραπεί σε συνειδητή οργανωμένη πάλη. Να βάζουμε στο κέντρο, το πολιτικό ζήτημα. (Ανατροπές ωραρίων, αμοιβές, ασφαλιστικό, μισθούς, συντάξεις…).

Ολα. Πρέπει να απαντήσει άμεσα ο λαός. Βάρα τον. Εργοστάσια, επιχειρήσεις, τόποι δουλειάς, απαιτείται να γίνουν ισχυρό κίνημα εργατικής αλληλεγγύης. Φίλτατοι. Τούτο το βάρβαρο σύστημα, είναι σάπιο. Είναι σαθρό. Δεν έχει φτιασίδια. Χειρότερο γίνεται. Είναι άκρως επικίνδυνη. Οταν κινδυνεύει (σύστημα), γίνεται πιο επικίνδυνο. Ξύλινα ποδάρια έχει. Αμεσα απαιτείται η ανατροπή του.

Ο αντίπαλος, συσκοτίζει, μπερδεύει, έχει όλα τα μέσα. Συνειδητοί ψεύτες. Το πρόβλημα είναι γνωστό. Απατεώνες. Αισχροί αυριανιστές. Κουρασμένοι δήθεν δημοκράτες! Δήθεν ιδεολόγοι. Εχουμε χρέος να θωρακιστούμε. Ο,τι χτίστηκε με αίμα, θυσίες, αγώνες, απαιτείται να το κρατήσουμε. Το αύριο που θα παραδώσουμε να ‘ναι καλύτερο από αυτό που παραλάβαμε. Περάσαμε διά πυρός και σιδήρου. Σταθήκαμε όρθιοι. Προχωράμε πιο ώριμοι, πιο προσεκτικοί.

Ωράριο, μισθοί, συντάξεις, μεροκάματα, ακρίβεια, Υγεία, Παιδεία, πείνα, πετσοκόμματα… Αδύναμη κυβέρνηση. Αυτά θα συζητάς. Επιτάχυνση. Πάλη. Δράση. Ο,τι αποσπάσουνε. Ο,τι ματαιώσουμε από τον αντίπαλο – εχθρό. Να μεγαλώσουμε τις δυσκολίες στους αντιπάλους/εχθρούς. Να εμψυχώσουμε τους φίλους μας για το πόση δύναμη έχουν. Να βάλουν μπροστά τα στήθη τους. Να μιλάμε απλά, λαϊκά. Κατανοητά. Ισο προς ίσο. Ο λόγος μας να ‘ναι ταχύς. Χειμαρρώδης αλλιώς μας …έφαγαν! Μας αφαίρεσαν το λόγο.

Μπροστάρηδες – όπως πάντα – να τους ξεσκεπάζουμε. Καθημερινά. Σχεδιασμός. Στόχος; Στο κέντρο. Στην καρδιά του κεφαλαίου, των «δίπολων», των αναχωμάτων, των οπορτουνιστών. Οχι ρουτίνα και τυποποίηση. Οχι αποσπασματικά. Ποικιλία μορφών. Καθόλου χάσιμο, εξασθένιση της πολιτικής πάλης μας. Να μην κουτσαίνουμε. «Ορθοστατών και ορθοβαδίζων». Ζητούμενο οι οποίες θα συνενώνουν τη λαϊκή πάλη, σε ενιαία κατεύθυνση, ανά κλάδο, ανά πόλη, ανά νομό.

Μια ενιαία κοίτη. Ενα ποτάμι που θα τους πάρει σβάρνα. Σβάρνα τα ερπετά. Φίλοι, μέλη, οπαδοί. Η σωστή πολιτική μας βοήθησε στο να αδυνατίσουν οι «δίπολοι» για πρώτη φορά! Πέφτουν τα %. Ο λαός δείχνει να αποκτά εμπειρίες; Το ξαναγράφω. Απαιτείται ποιότητα. Η κρίση δεν έφτασε …ακόμα. Παρενέργειες έχουμε (28/11/2008). Να αξιοποιήσουμε την κρίση. Να κάνουμε μια απότομη άνοδο. Να κάνομε μια έξοδο. Ηρωική. Αλά Μεσολόγγι. Για να δούμε τι αποτέλεσμα θα ‘χουμε. Ετοιμοι;

Η αγοραστική ικανότητα του λαού, έχει υποσκαφθεί. Φτώχεια. Εξαθλίωση. Ελλειψη χρημάτων. Αναρχία στην παραγωγή. Εχουμε υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, το οποίο αδυνατεί να επενδυθεί, όπερ επηρεάζει αρνητικά και την παραγωγή μέσων. Ελλειψη χρημάτων; Συσσώρευση υπερπαραγωγής. Ο λαός τραβάει τα πάνδεινα… Τέλειωσαν και κάποιες πενταροδεκάρες που είχε… Οποιος φάει τον άλλον! Το κεφάλαιο αυξάνει τα κέρδη του! Ακρως επικίνδυνο, ολέθριο να πορευόμαστε (λαός) με τους δυνάστες μας! 2008!!! Χτύπημα στα κέρδη και στα κεφάλια τους (κεφάλι = καύκαλο των πλουτοκρατών).

Να πάμε και λίγο στο ιδεολογικό – πολιτικό. Πρέπει: Σχεδιασμένη πολιτική στελεχών μας, με δράση, συνέπεια, ικανότητα. Στελέχη που να έχουν το μάτι, το αυτί, στις γνώμες, υποδείξεις, εξελίξεις. Στελέχη μας, οπλισμένα με ιδεολογική μόρφωση. Να περνάνε από εξετάσεις. Οχι εξετάσεις από τα πάνω. Εξετάσεις από τα κάτω. Από εδώ. Από τις ΚΟΒ. Αυτές οι ΚΟΒ δεν είναι το κύτταρο και το στήριγμα του κόμματός μας; Να το εξετάσω εγώ, ο γράφων, ο εξορισμένος, ο βασανισμένος, εκείνος που έφαγε τη σφαίρα με το κουτάλι. Εννοώ τους πιο μεγαλύτερους, τους ήρωες. Να τον εξετάσουμε από κορυφής μέχρις ονύχων. Οχι θεωρητικολόγους των καναλιών, των σαλονιών. Στελέχη με μελετημένη, συλλογική, κομματική επιστημονική, συστηματική βάση. Στελέχη με πίστη στο κόμμα. Πίστη. Οχι αεριτζήδες, αμακαδόρους, λουφαδόρους. Πίστη στο κόμμα, στον θεό (ως χριστιανοί). Επίγειος παράδεισος.

Στελέχη που να έχουν στην άκρη το εγώ. Στελέχη, όχι μόνιμα. Τέρμα. Αρκετά. Οχι παραγοντίσκους. Στελέχη αντικειμενικά και ουχί υποκειμενικά. Κόψιμο στη γέννησή τους τέτοια φαινόμενα. Οι ΚΟΒ απαιτείται να ‘χουν… Το «μαχαίρι στο στόμα». Νέο αίμα από τη νέα βάρδια. Επιστήμονες μαρξιστές, θεωρίας, πράξης.

ΚΟΒ: Ο συνδετικός κρίκος κόμματος με τον λαό. Να μελετά στόχους, καθήκοντα, μέτρα. Να παρακολουθεί, επεμβαίνει ό,τι απασχολεί το λαό. Να διευρύνει την επιρροή του κόμματος. Να προετοιμάζει νέα μέλη. Να δουλεύει επιτελικά. Να έχει τη φροντίδα για ιδεολογική, αγωνιστική, ταξική ανύψωση των μελών. Στην ποιότητα οργάνων. Οχι αποσπασματικά, περιστασιακά. Δουλειά, όχι καθυστέρηση. Η καθυστέρηση φέρνει χαλαρότητα.

Η χαλαρότητα δημιουργεί κακή αντίληψη και άντε μετά να την αλλάξεις… Επιμονή. Υπομονή.

«Ριζοσπάστης»: Ψυχή, νους, καθοδηγητής μας.

«Ρίζος»: Κομμάτι του σώματός μας: Καθημερινός σύντροφός μας.

Φίλτατοι, το κόμμα μας είναι το πολιτικό όπλο για την εργατιά, αγροτιά, νέους, ανέργους, εργαζομένους. Δυνατό το κόμμα μας, δίνει άλλο αέρα και άλλη προοπτική. Είναι μια επένδυση για το μέλλον των παιδιών μας. Ο αιώνας που είμαστε είναι αιώνας αγώνων, αντεπίθεσης, ανασύνταξης των επαναστατικών δυνάμεων, ανυπακοής στους «δίπολους», NATO, Ε/Ε, Μάαστριχτ και σε όλα τα εκτρώματα.

Πιο έμπειροι, ώριμοι, απαιτητικοί, ατσαλωμένοι με ικανότητα, επάρκεια με γενίκευση της πείρας μας, με ολόπλευρη ικανοποίηση (ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική).

Το κόμμα μας προσπαθεί ανελλιπώς να αναδειχτούν, να μελετηθούν, βαθύτατα οι υποκειμενικές ελλείψεις, αδυναμίες, καθυστερήσεις. Ευνόητο και φυσικό. Να φανεί, τι πρέπει να διορθωθεί, βελτιωθεί. Το κόμμα μας πέρασε σε φάση αντεπίθεσης, ανυπακοής. Παρόν από το 1918. Πάντα μπροστά. Καλή επιτυχία.

Κώστας Χρ. Μπανιάς
Τραπεζικός – Αθλητικογράφος
Είναι χρήσιμη η ιστορική μελέτη – χρονολογικά – των κοινωνικών μετεξελίξεων

Σύντροφοι, συντρόφισσες λόγω του σοβαρού προβλήματος της υγείας μου σκέφτηκα να μην πάρω μέρος στο 18ο Συνέδριο του Κόμματος για τις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό. Διαβάζοντας όμως τις τοποθετήσεις αρκετών προσώπων – συντρόφων και φιλοκομματικών – για το 18ο Συνέδριο, από τις 2 Νοέμβρη μέχρι σήμερα, νιώθω την ανάγκη να εκφράσω τη διαφωνία μου με όλους εκείνους που αναζητούν ευθύνες από την ΚΕ του ΚΚΕ για την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στη ΣΕ και στις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες.

Αρκετές τοποθετήσεις για τον προσυνεδριακό διάλογο είναι εκτιμήσιμες και αξιόλογες, όμως δεν έχουν την ιστορική χρονολογική αναφορά στις περιόδους των κοινωνικών μετασχηματισμών των κοινωνιών από το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα μέχρι και το καπιταλιστικό, και τελευταία το σοσιαλιστικό σύστημα που ανατράπηκε.

Σύντροφοι, συντρόφισσες και καλοπροαίρετα πρόσωπα που πήραν ή προετοιμάζονται να πάρουν μέρος στον προσυνεδριακό διάλογο, εάν δεν εκτιμήσουμε χρονολογικά πώς αναπτύχθηκε ένα κοινωνικό σύστημα μέσα σε άλλο παλαιότερο, που ως φαίνεται ιστορικά επικράτησαν, ίσως τότε θα μπορούμε να βγάζουμε σωστά ιστορικά συμπεράσματα για τις ανατροπές.

Περιληπτικά θέλω να εκφράσω τις σκέψεις μου, για παράδειγμα ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε μέσα στο φεουδαρχισμό πάνω από 300 χρόνια και επικράτησε του φεουδαρχισμού, όπως σε όλους μας είναι γνωστό, ως αστική επανάσταση.

Ο σοσιαλισμός δεν είχε την ιστορική χρονολογική διάρκεια, όπως τα άλλα κοινωνικά συστήματα, για να μπορέσει να αναπτυχθεί και να αποκτήσει ερείσματα στήριξης και να επικρατήσει του καπιταλιστικού συστήματος, χωρίς ανατροπές και πισωγυρίσματα. Παίρνοντας υπόψη την Οκτωβριανή Επανάσταση με πόση λύσσα επιτέθηκαν, η τότε αστική τάξη ενάντια στην Οκτωβριανή Επανάσταση, ώστε να πνίξουν το καινούριο που γεννιόταν τότε, με την ΑΝΤΑΝΤ και στη συνέχεια με το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Υπόψη, η προετοιμασία της επανάστασης στη Ρωσία, χρονολογικά και ιστορικά, ήταν λιγότερο από 40 χρόνια. Ο Λένιν στην πράξη εφάρμοσε την επιστημονική θεωρία του Μαρξ. Αυτή η σοσιαλιστική κοινωνία για την αστική τάξη έπρεπε να ανατραπεί, ώστε να μην έχει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί και να επικρατήσει, γι’ αυτό ρίχνουν τόση λάσπη ενάντια των ηγεσιών αυτών των χωρών, και γίνεται προσπάθεια να πλαστογραφήσουν την Ιστορία, και προετοίμασαν όλους εκείνους τους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς για να τρομοκρατήσουν τους λαούς, να δολοφονούν και να πυροβολούν 15χρονα παιδιά, που σε όλους είναι γνωστά. Η αστική τάξη νομίζει ότι έχει δέσει τον τροχό της Ιστορίας και οι λαοί θα είναι υποχρεωμένοι να ζουν την καπιταλιστική – ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα σαν θεϊκό φαινόμενο. Εδώ έχουμε υποχρέωση να μελετάμε την ιστορία από την αρχή, και να μη στεκόμαστε μόνο στα τελευταία γεγονότα των ανατροπών και απόδοσης ευθυνών στις ηγεσίες των ΚΚ και των ηγετών.

Σύντροφοι, συντρόφισσες, όποιος διάβασε την εισήγηση του τότε γραμματέα του ΚΚΣΕ, Ν. Σ. Χρουστσόφ, στο 22ο Συνέδριο μπορούσε ο κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος να διαπιστώσει τους σκοπούς για τους οποίους ήταν ενταγμένος να υπηρετεί ο ίδιος ο Χρουστσόφ και η ομάδα του, κατηγορώντας την προσωπολατρία, και άλλα αξιόλογα πρόσωπα της περιόδου εκείνης, όπως τους Μόλοτοφ, Καγκάνοβιτς, Μάλενκοφ, Βοροσίλοφ, Μπουλγκάνιν, Περβούχιν, Σαμπούροφ, Σεπίλοφ. Λέει η εισήγηση του Χρουστσόφ «εναντίον της λενινιστικής γραμμής εκδηλώθηκε η φραξιονιστική αντικομματική ομάδα», όπου έπαιρναν μέρος αυτοί που ανέφερα παραπάνω, για να συγκαλύψει τη δική του ρεβιζιονιστική, φραξιονιστική, αντιδημοκρατική, αντιλενινιστική πολιτική και της ομάδας του. Η καθαίρεση του Χρουστσόφ από τη θέση του Γενικού Γραμματέα το 1957, γράφει ο Γιώργος Τσούπρος, 2/12/08, είναι λίγο αμφίβολη γιατί την περίοδο εκείνη κυκλοφορούσε η φήμη ότι ευρισκόμενος ο Χρουστσόφ στο εξωτερικό, ο Σουσλόφ συγκάλεσε την ΚΕ του ΚΚΣΕ για την καθαίρεσή του. Ο Χρουστσόφ ειδοποιήθηκε από ένα μέλος της ΚΕ και γύρισε πίσω και έτσι η καθαίρεσή του δεν πέτυχε. Αυτό όμως που μένει να γίνει είναι η μελέτη, από την ΚΕ του ΚΚΕ και το Ιστορικό Τμήμα της, ως γεγονός για την καθαίρεση την περίοδο εκείνη.

Ο Γιώργος Τσούπρος γράφει ακόμη για τη χωρίς δίκη εκτέλεση του Λαυρέντι Μπέρια από την ομάδα του Χρουστσόφ. Και εγώ ξέρω ότι δεν ήταν μόνο ο Μπέρια, ήταν άλλα 28 άτομα. Η καθαίρεση του Χρουστσόφ και η επάνοδός του σε αυτή με τα όπλα του Στρατάρχη Ζούκοφ που ήταν και ο κορυφαίος εκφραστής της τάξης των επαγγελματιών μέσα στο στρατό και κυρίως η βαθιά αντιδραστική επίθεση του Χρουστσόφ ενάντια στον Στάλιν. Αφού είναι έτσι όπως τα γράφει ο Γιώργος Τσούπρος, τότε πως πρέπει να αξιολογήσει την υπεράνθρωπη προσπάθεια του Στάλιν με αξιόλογους αξιωματικούς του Σοβιετικού Στρατού μαζί και ο Ζούκοφ να οργανώσουν την άμυνα της Μόσχας και με την πρώτη αντεπίθεση του Σοβιετικού Στρατού στο Κουρσκ, Στάλινγκραντ να φθάσουν μέχρι το Βερολίνο. Ο Ζούκοφ και οι άλλοι αξιωματικοί του στρατού θα μπορούσαν με μεγάλη ευκολία να περάσουν στις γραμμές του χιτλερικού στρατού και να μη διατρέχουν κίνδυνο της ζωής τους, όπως έκανε και ο Βλάσοφ στην Ουκρανία, που παρέδωσε στους Γερμανούς 300.000 στρατό. Ερωτώ: Ο Ζούκοφ υπερασπίστηκε την τάξη των επαγγελματιών ή τη σοσιαλιστική πατρίδα του; Για μένα το σημείο που αναφέρεται στον Ζούκοφ είναι πολύ θολό. Εκτιμώ ότι οι εισηγήσεις του Χρουστσόφ, του Γκορμπατσόφ για καλύτερο σοσιαλισμό, για περισσότερη δημοκρατία, λαϊκές επιτροπές, λαϊκό έλεγχο και ο λαοπλάνος Α. Παπανδρέου, μου δίνουν την εντύπωση ότι είχαν μεγάλη πολιτική συγγένεια.

Ευχαριστώ

Χριστόφορος Σαβινίδης
ΚΟΒ Ν. Φαλήρου
Θέσεις για το σοσιαλισμό

Μεγάλη η προσφορά, όχι μόνο για τους Ελληνες κομμουνιστές αλλά και για το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, του ΚΚΕ με τον προβληματισμό του για τις αιτίες της ανατροπής του σοσιαλισμού στην πρώτη χώρα του, στην ΕΣΣΔ.

Αγώνες και θυσίες του προλεταριάτου, η αιμάτινη πορεία των κομμουνιστών ως την κατάκτηση της εξουσίας, η διαπάλη για την ιδεολογική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική θωράκιση των πρωτοπόρων επαναστατών αναδείχνονται στο κείμενο των Θέσεων όχι απολογητικά και κριτικά μόνο αλλά και αυτοκριτικά με σκοπό την ενίσχυσή μας θεωρητικά και πρακτικά για τη μελλοντική κοινωνία του κομμουνισμού, αξιοποιώντας όλα τα θετικά και αρνητικά διδάγματα των 70 χρόνων της σοσιαλιστικής εμπειρίας.

Πρωτόγνωρη είναι και η διαδικασία συμμετοχής όλων των μελών και των στελεχών του Κόμματος, όλων των οργανωτικών βαθμίδων, ώστε ν’ αναδειχτεί η συλλογικότητα αυτής της σημαντικής επεξεργασίας.

Αυτό το μέτρο όπως αναφέρεται και στις Θέσεις για το 18ο Συνέδριο (πρώτο κείμενο) θα επεκταθεί και στη συγγραφή της Ιστορίας του Κόμματος (1945-1974) έτσι που ο τελικός συγγραφέας να είναι το ίδιο το κόμμα στη συλλογική του έκφραση. Αποτελεί μοναδικό παράδειγμα στην Ιστορία μας και απ’ ό,τι γνωρίζω μοναδικό παγκόσμιο εγχείρημα, αποδείχνοντας και μ’ αυτόν τον τρόπο τη δύναμη και την ώριμη αποφασιστικότητα του κόμματος για την κατάκτηση της πιο πλατιάς εσωκομματικής, και όχι μόνο, δημοκρατίας προς μεγάλη θλίψη των απανταχού αντιπάλων μας που κλίνουν τη λέξη δημοκρατία σε όλες τις κλίσεις και τους αριθμούς χωρίς κανένα περιεχόμενο, εκτός από την εκμετάλλευση των λίγων μονοπωλίων της εργασίας των εκατομμυρίων εργαζομένων. Αυτή η αστική δημοκρατία στην ουσία αποτελεί, όπως θα ‘λεγε και ο ποιητής, «ένα άδειο πουκάμισο».

Αυτές τις κατακτήσεις οφείλουμε ν’ αξιοποιήσουμε ώστε να βγούμε πιο ενισχυμένοι μετά το 18ο Συνέδριο ανταποκρινόμενοι στο μεγάλο καθήκον του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας με την ανατροπή της δικτατορίας της αστικής τάξης και την καθιέρωση της λαϊκής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Συμφωνώ με τις λύσεις που οι Θέσεις δίνουν με την εκπροσώπηση των παραγωγικών δυνάμεων στα ανώτατα όργανα της εξουσίας χωρίς καμία μονιμότητα και αλλαγή οικονομική των μελών τους. Η ανακλητότητα που καθιέρωσε η κομμούνα του Παρισιού το 1871 στις θέσεις αποκτά την κεντρική της σημασία στον προβληματισμό μας για το τι εξουσία θέλουμε.

Μ’ αυτές τις λύσεις δίνονται και συγκεκριμένες απαντήσεις στις αποκλίσεις των αποφάσεων και των συνταγμάτων της ΕΣΣΔ από το 1936 κι εδώ κι ιδιαίτερα μετά το 1966 που προετοίμασαν την αντεπίθεση και της ανατροπή της σοσιαλιστικής πατρίδας από την αστική τάξη και τους συμμάχους της ιμπεριαλιστές.

Ενας πρόσθετος προβληματισμός πρέπει να μας διακατέχει για τη σχέση της ανισόμετρης ανάπτυξης και των αδύνατων κρίκων.

Ακόμη και οι ισχυρές καπιταλιστικές χώρες σε περίοδο όξυνσης των αντιθέσεων σε περιόδους έντονων κρίσεων μπορεί να αποτελέσουν αδύνατο κρίκο παρά την παρουσία ισχυρού κατασταλτικού κράτους. Αν «στις χώρες με μεσοαδύνατο επίπεδο καπιταλιστική ανάπτυξης είναι πιο εύκολο να αρχίσεις, πιο δύσκολο να συνεχίσεις», στις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες θα ‘ναι πιο δύσκολο να αρχίσεις αλλά πιο εύκολο να συνεχίσεις. Να σταθούμε επίσης στη θέση της διαμόρφωσης οπορτουνιστικών απόψεων μέσα στο Κόμμα. Εχουμε τρομερή αρνητική, αλλά και θετική πείρα στην 90χρονη ζωή αυτού του εφήβου, του ΚΚΕ και η επαγρύπνηση (ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική) δε θα επιτρέψει να σηκώσει κεφάλι ο οπορτουνισμός.

Παπαοικονόμου Γιάννης
ΚΟ Πειραιά (ΚΕΔ Περάματος)
Για το Σοσιαλισμό

Είναι σημαντικό γεγονός ότι όλο το Κόμμα συζητάει για το σοσιαλισμό. Ταυτόχρονα, παρουσιάζονται δυσκολίες λόγω έλλειψης ανάλογων θεωρητικών γνώσεων και ιστορικών στοιχείων, με αποτέλεσμα, τόσο την εύκολη απόρριψη κάποιων μέτρων και πολιτικών στη ΣΕ, όσο και την απόλυτη υπεράσπιση άλλων αμφιλεγόμενων. Θα ήταν χρήσιμο να είχαν διατυπωθεί σε παράρτημα ή στον «Ρ» οι γενικές κοινωνικές νομοτέλειες.

Θα καταθέσω ορισμένες σκέψεις, ανησυχώ όμως αν «μάθαμε να κουβεντιάζουμε τώρα».

1. Δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση των επιτυχιών στη ΣΕ και τη συμβολή της στις κατακτήσεις των εργαζομένων στις καπιταλιστικές χώρες ιδιαίτερα της Ευρώπης.

2. Είχε μεγάλα αποτελέσματα η βασική γραμμή της Γ’ Διεθνούς όπως καθορίστηκε από τον Λένιν «υπεράσπιση του σοσιαλιστικού κράτους, ιδεολογική πολιτική και οργανωτική δουλειά στην εργατική τάξη και τους λαούς». Στα πλαίσια αυτής της γραμμής σημειώνω:

– Την πολιτική γραμμή της ειρηνικής συνύπαρξης κρατών με διαφορετικό κοινωνικό σύστημα.

– Το αντιφασιστικό μέτωπο που αποφάσισε η ΚΔ το 1935.

– Το Σύνταγμα του 1936 στην ΕΣΣΔ, που μεταξύ άλλων γενικεύτηκε το εκλογικό δικαίωμα με την καθολική μυστική ψηφοφορία, σε μια περίοδο που στη μισή Ευρώπη κυριαρχούσε ο φασισμός και δε γίνονταν εκλογές.

Οι πολιτικές αυτές λειτούργησαν υπέρ των ΚΚ, της ΣΕ και του σοσιαλιστικού συστήματος, έδωσαν τη δυνατότητα ανάπτυξης ρωμαλέου φιλειρηνικού αντιπολεμικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος οδήγησαν αργότερα στις συμφωνίες START, αλλά και στη διάσπαση του ιμπεριαλιστικού μπλοκ και τη συγκρότηση της αντιφασιστικής συμμαχίας ΣΕ – ΗΠΑ – Μ. Βρετανίας, στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην άνοδο των απελευθερωτικών κινημάτων και στη χώρα μας, στο μεγαλείο της Εθνικής Αντίστασης του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ – ΕΠΟΝ, στη μεγάλη ανάπτυξη και ισχυροποίηση του ΚΚΕ και στους ακατάλυτους δεσμούς του με το λαό μας.

3. Χρειάζεται παραπέρα μελέτη για μια σειρά θέματα, όχι μόνο από το ΚΚΕ αλλά και από μαρξιστικά ινστιτούτα άλλων ΚΚ, από μαρξιστές επιστήμονες και ιστορικούς. Ωστόσο, θεωρώ ότι αφετηρία όλων είναι η λειτουργία του ΚΚΣΕ, ότι μετά το Λένιν, οι όποιες αλλαγές πολιτικής και προσώπων έγιναν πάντα στο επίπεδο ηγεσίας, του ηγετικού πυρήνα και οι Κομματικές Οργανώσεις απλά επικύρωναν αποφάσεις, με ενημέρωση επιλεκτική, στην πράξη είχε διαμορφωθεί ένας ιδιότυπος καθοδηγητικός φραξιονισμός, που οδήγησε σε αδράνεια κομματικές και κοινωνικές οργανώσεις.

Για το σοσιαλισμό στη χώρα μας

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εξελίξεις 1990-1991, η ανατροπή του σοσιαλισμού στη ΣΕ και τις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η συνεχής και πολύπλευρη δυσφήμιση έχει επηρεάσει αρνητικά, η κατάσταση είναι άσχημη, τολμώ να πω ότι σήμερα το ποσοστό της ελληνικής κοινωνίας που θέλει σοσιαλιστικό μετασχηματισμό είναι μικρότερο από το εκλογικό ποσοστό του ΚΚΕ. Επόμενα, το πρώτο ζήτημα που οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε είναι αυτό, να κάνουμε το σοσιαλισμό – κομμουνισμό ελκτικό σύστημα στα μάτια της εργατικής τάξης, της νεολαίας και του λαού, να πείσουμε με τις συγκεκριμένες προγραμματικές θέσεις και με την όλη λειτουργία, δράση, στάση και συμπεριφορά του Κόμματος, στα μεγάλα θέματα της εποχής.

Ορισμένες σκέψεις προτάσεις

α). Ενα σημαντικό ζήτημα που απασχολεί είναι το ύφος και το ήθος της εξουσίας, η αντίληψη και η νοοτροπία που θα κυριαρχήσει, όταν επικρατήσει η επανάσταση. Επιδίωξη του ΚΚΕ, υποχρέωσή μας είναι να πείσουμε για την ορθότητα της ιδεολογίας, των θέσεων και απόψεών μας. Να πείσουμε και να πειστούμε ότι για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, θα στηριζόμαστε στην ενεργό δράση της μεγάλης πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και του λαού. Επόμενα, οι επεξεργασίες που γίνονται θα πρέπει να είναι απαλλαγμένες από κάθε διοικητική αυταρχική αντίληψη κάτι που δε χαρακτηρίζει το κείμενο των Θέσεων.

β). Συζήτηση γίνεται για τη δημοκρατία στο σοσιαλισμό. Δε θα πούμε κάτι έξω από τις γενικές νομοτέλειες και τις αρχές, θα πούμε καθαρά ότι η σοσιαλιστική δημοκρατία δε θα είναι βέβαια συνέχεια της αστικής, μπορεί να κρατήσει τα θετικά στοιχεία θα είναι όμως δημοκρατία που δημιουργείται μέσα στην ανάπτυξη της ιδεολογικής – πολιτικής – ταξικής πάλης, θα υπηρετεί και θα συμβάλλει στην ανάπτυξη του σοσιαλιστικού συστήματος. Και όπως αναφέρεται στο πρόγραμμα «η σοσιαλιστική δημοκρατία θα κατοχυρώσει την ύπαρξη των κομμάτων που δρουν στα πλαίσια του σοσιαλιστικού συντάγματος».

Στα πλαίσια αυτού του συντάγματος αναγνωρίζεται το δικαίωμα της προσωπικής ιδιοκτησίας που αποκτιέται από την εργασία και μεταβιβάζεται. Δεν είναι έξω από τις αρχές μας να διαβεβαιώσουμε ότι θα κατοχυρωθούν και θα διευρυνθούν όλες οι ελευθερίες και τα δημοκρατικά δικαιώματα και κατακτήσεις, ότι στο σοσιαλισμό δεν αφαιρούνται δικαιώματα αλλά τα προνόμια των ολίγων.

γ). Θα αντιμετωπιστεί το δημογραφικό πρόβλημα. Η πατρίδα μας θα πάψει να αποτελείται από μια γηρασμένη κοινωνία. Γι’ αυτό το πρόβλημα θα διαμορφωθούν και θα αναπτυχθούν συγκεκριμένες πολιτικές και μέτρα, κίνητρα, γιατί σοσιαλισμός με γηρασμένες κοινωνίες δεν αναπτύσσεται.

δ). Σοβαρό ζήτημα αναδείχνεται η μελέτη και αξιοποίηση της ιστορικής πείρας του Κόμματός μας, του ΚΚΣΕ, του διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος. Τα συμπεράσματα είναι πολύ δύσκολο ζήτημα, κάτι που πριν 50 χρόνια είχε αποτέλεσμα δε σημαίνει ότι θα έχει και στο μέλλον και αντίστροφα. Επόμενα πέρα από γενικές νομοτέλειες δεν μπορεί να καθορίσουμε τι θα γίνει στο μέλλον. Αυτό θα κριθεί την περίοδο εκείνη, από τους συσχετισμούς σε παγκόσμιο επίπεδο, στην περιοχή και τη χώρα μας. Από το ποιες θα είναι οι πολιτικές δυνάμεις στο ΑΑΔ Μέτωπο, τι στάση θα κρατήσουν και πώς θα εκφραστούν οι αντίπαλες δυνάμεις.

Από τις Θέσεις φαίνεται προσπάθεια γρήγορης τακτοποίησης οικονομικών ζητημάτων και λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και όμως η αρνητική πείρα του ΚΚΣΕ δεν παίρνεται υπόψη, π.χ. ότι για να δημιουργηθούν προϋποθέσεις κομμουνιστικής κοινωνίας απαιτείται ένα λίγο πολύ μακρόχρονο ιστορικά στάδιο. Δεν αρκούν τα μέτρα στην οικονομία και οι υλικές προϋποθέσεις, ταυτόχρονα μ’ αυτά και γι’ αυτά, χρειάζεται ιδεολογική δουλειά σε βάθος, να αλλάξουν συνειδήσεις, να μετατραπεί το «εγώ» σε «εμείς», να διαμορφωθεί ο νέου τύπου άνθρωπος.

Με βάση αυτές τις σκέψεις, να ξαναδούμε ορισμένα σημεία, των Θέσεων 34, 36 και 38:

– Στη Θέση 34, σελ. 39, αναφέρεται και σωστά, «κοινωνικοποιούνται η γη, οι μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις στον αγροτικό τομέα», και συνεχίζει στην άλλη παράγραφο «προωθείται ο παραγωγικός συνεταιρισμός της μικρής αγροτικής παραγωγής», θεωρώ ότι αυτή η εκτίμηση δεν αποδίδει την πραγματικότητα της κατάστασης, δεν υπάρχουν μόνο μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις και μικρή αγροτική παραγωγή. Υπάρχει και αυτό που θα μπορούν κανείς να αποκαλέσει «μεσαία» αγροτικά νοικοκυριά ή κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και οφείλουμε αυτό το τμήμα να επιδιώξουμε την από τώρα ένταξή του στο ΑΑΔΜ και στους παραγωγικούς συνεταιρισμούς στο σοσιαλισμό.

– Στη Θέση 36, «Το χρήμα σταδιακά χάνει το περιεχόμενό του ως μορφή αξίας», θεωρώ εντελώς άστοχο να ασχολούνται οι Θέσεις με κάτι που μπορεί να πραγματοποιηθεί μετά από μακρόχρονη πορεία σοσιαλιστικής οικοδόμησης, κάτι που μπορεί να γίνει όταν ο κομμουνισμός γίνει παγκόσμιο σύστημα, πιο γρήγορα θα δημιουργήσει προβλήματα, όπως μπορεί και σήμερα η αναφορά του. Αλλά και ότι «μέτρο της ατομικής προσφοράς είναι ο χρόνος εργασίας» είναι λάθος, ένα τέτοιο μέτρο στο σοσιαλισμό θα οδηγούσε σε σωματική και πνευματική οκνηρία. Στο σοσιαλισμό η αμοιβή πρέπει να είναι στον καθένα σύμφωνα με την ποσότητα και την ποιότητα της δουλειάς του σε σχέση και με τη δυσκολία του παραγόμενου έργου.

– Στη Θέση 38, σωστά αναφέρεται ότι «η επαναστατική εργατική εξουσία θα στηριχτεί στους θεσμούς που θα γεννήσει η επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της». Ομως οι πιο κάτω διατυπώσεις «μέσα από τις παραγωγικές κοινότητες θα εκλέγονται και θα ανακαλούνται οι εκπρόσωποι των εργαζομένων στα όργανα εξουσίας» και «η σύνθεση των ανώτερων οργάνων διαμορφώνεται από την εκλογή αντιπροσώπων από τα κατώτερα μέσω αντίστοιχων σωμάτων», αναιρούν τη δυνατότητα διαμόρφωσης μέσα από την επαναστατική διαδικασία. Υποβαθμίζουν ακόμη και αναιρούν τη δυνατότητα των συμμάχων στο ΑΑΔΜ να έχουν λόγο γι’ αυτά τα ζητήματα, ουσιαστικά αυτή η θέση στρέφεται ενάντια στη συγκρότησή του.

Η δυνατότητα της ανάκλησης μπορεί να γίνεται με πολλούς τρόπους π.χ. με απόφαση των συνδικάτων της περιοχής ή των οργάνων ΤΑ. Το πρόβλημα, πάντως, όπως φάνηκε και στη ΣΕ και σ’ άλλες χώρες του σοσιαλισμού δεν είναι η δυνατότητα ανάκλησης, αλλά η μονιμότητα και πρέπει να θεσμοθετηθούν θητείες για την παραμονή στελεχών στα ανώτερα και ανώτατα κρατικά, συνδικαλιστικά και κομματικά όργανα.

Γι’ αυτό το ζήτημα πρόσθετα θεωρώ ότι, όταν το Κόμμα έχει πρωτοστατήσει για την ψήφο των γυναικών, των νέων στα 18, δεν μπορεί στο σοσιαλισμό οι εκλογές να μην έχουν γενικό χαρακτήρα. Η ανάδειξη του ανώτατου οργάνου εξουσίας, η σύνθεσή του, πρέπει να γίνεται μέσα από άμεσες γενικές εκλογές, με δυνατότητα συμμετοχής όλων από ηλικία 18 ή και λιγότερο. Εκεί θα κρίνεται ο ρόλος του ΚΚΕ και των συμμάχων του.

Συντροφικά

Βασ. Καλαματιανός

Προς μια Νέα Προσέγγιση του Περιβαλλοντικού Προβλήματος

 

Είναι πλέον αναμφισβήτητο και σ’ εκείνους που επιλέγουν να εθελοτυφλούν ότι το περιβάλλον διανύει τέτοια κρίση που απειλεί τη συνέχεια της ζωής, όπως αυτή μας είναι γνώριμη, στον πλανήτη. Η φύση αντιδρά εκδικητικά στην επίθεση που δέχεται. Οσο «διογκωμένες» (βλέπε θέση 7, πρώτη παράγραφο) και αν παρουσιάζονται οι συνέπειες της κρίσης από κάποιους, δεν αναιρείται το γεγονός ότι είμαστε μάρτυρες πρωτοφανών οικολογικών καταστροφών.

Οι πολιτικοί θεράποντες του κεφαλαίου βλέπουν ότι η λύση του περιβαλλοντικού προβλήματος προϋποθέτει παγκόσμιο, πλανητικό σχεδιασμό, όπως βλέπουν ότι αυτό είναι ανέφικτο στα πλαίσια του καπιταλισμού. Η φυσική τάση του κεφαλαίου εκφράζεται με όξυνση ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων στην ξέφρενη ανταγωνιστική κούρσα για αρπαγή των πηγών ενέργειας και για εξασφάλιση αγορών και όχι μόνο. Αυτό που τα παγκοσμιοποιημένα σχήματα ολοκλήρωσης του κεφαλαίου δείχνουν ικανά να σχεδιάσουν είναι η εναλλαγή πολιτικής με στρατιωτική βία στη διεξαγωγή πολέμων εφιαλτικής αγριότητας, προκειμένου να προασπίσουν κοινά γεωπολιτικά συμφέροντα. Το αποτέλεσμα, μαζί με άλλα ανείπωτα δεινά, είναι η περαιτέρω καταστροφή του περιβάλλοντος.

Ωστόσο, τα φερέφωνα του κεφαλαίου δημιουργούν αυταπάτες ότι μπορεί να δοθούν καπιταλιστικές λύσεις στο πρόβλημα. Ελπίζουν τάχα ότι το «αόρατο χέρι» της αγοράς θα το λύσει; Σίγουρο όχι! Εξ ου και θεσμοθετούν περιορισμό της ενεργειακής σπατάλης και στροφή προς ηπιότερες μορφές ενέργειας – κρατικές παρεμβάσεις που, ούτως ή άλλως, είναι ανεπαρκούς εμβέλειας και, ουσιαστικά, χρηματοδοτούν ιδιωτικές επενδύσεις στην πράσινη οικονομία. Πέρα από την πράσινη φλυαρία, στο τέλος της μέρας, αυτό που οι πολιτικοί θεράποντες του κεφαλαίου μπορούν και θέλουν να κάνουν είναι να το διευκολύνουν να κερδοσκοπήσει από την κρίση.

Προς τα πού το πάνε λοιπόν; Κάποιοι ελπίζουν ότι η κεφαλαιοκρατική ολιγαρχία που καταδυναστεύει τον κόσμο κατανοεί ότι τα προνόμιά της μπορούν να διατηρηθούν μόνο σε ένα βιώσιμο πλανήτη και, στην έσχατη ανάγκη, θα κάνει κάτι. Μάταια. Δείγματα της συμπεριφοράς της υπάρχουν για να σκιαγραφηθούν οι προθέσεις της. Πασχίζοντας να αφήσουν άθικτες τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, η εκδοχή εξελίξεων που προωθούν οι δυνάστες του κόσμου είναι ανελέητη. Ενώ για το εσωτερικό των μητροπόλεων επιφυλάσσουν αθλιότητα, πολιτικό αυταρχισμό, δομές καταστολής, και συστηματική πλύση εγκεφάλου, για τον υπόλοιπο κόσμο επιπρόσθετα επιφυλάσσουν μια στυγνή Μαλθουσιανή «άμβλυνση» της οξύτητας του προβλήματος, μέσω ελέγχου του πληθυσμού, με λιμούς, πολέμους και αρρώστιες, δηλαδή με γενοκτονίες πρωτοφανούς έκτασης. Η διαδικασία έχει ήδη αρχίσει.

Προοπτικά, με αποδεκατισμένο τον πληθυσμό σε περιοχές που υπερβαίνουν τα σύνορα των «αναπτυσσόμενων χωρών», η αγορά που τώρα απορροφά τα προϊόντα των λεγόμενων αναπτυγμένων χωρών δε θα υπάρχει – ήδη έχει αρχίσει να συρρικνώνεται. Επομένως, αυτό που θα προκύψει, όταν ο ιμπεριαλισμός φάει και τον ομφάλιο λώρο που τον τρέφει, δεν μπορεί να είναι ο καπιταλισμός που ξέρουμε. Μόνο που η ολιγαρχία του σχεδιάζει να παραμείνει ολιγαρχία στο καινούριο καθεστώς που θα διαμορφωθεί μέσα στον εφιάλτη της ανθρωπότητας.

Η οξύτατη κρίση, στην οποία ο καπιταλισμός οδήγησε τον πλανήτη, και η ανομολόγητη ατζέντα της κεφαλαιοκρατικής ολιγαρχίας φέρνουν το μαρξιστικό κίνημα μπροστά σε μια διπλή πρόκληση. Κατ’ αρχήν, πώς εννοούμε το πρόβλημα; Γενικά, η περιβαλλοντική κρίση είναι κραυγαλέα ρήξη μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής. Η θέση στα θεμέλια της προβληματικής του παρόντος κειμένου, επιπρόσθετα, είναι ότι σήμερα οι παραγωγικές δυνάμεις, όπως αναπτύσσονται στο θερμοκήπιο των καπιταλιστικών σχέσεων, όχι μόνο δε χωρούν πλέον στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, αλλά δε χωρούν πλέον στη σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Αυτό αποτελεί ένα καινούριο γνώρισμα του καπιταλισμού που, καθαυτό, τον φέρνει στην οδό εξάντλησης των ορίων εξελιξιμότητάς του σαν σύστημα.

Το δίλημμα του καιρού μας είναι: ή καπιταλισμός, ή βιώσιμος πλανήτης. Και τα δυο δεν μπορούμε να τα έχουμε. Εξυπακούεται ότι η συνεχής και άνευ όρων οικονομική ανάπτυξη είναι πλέον αστήρικτη. Δεν αρκεί πλέον να αλλάξουν οι σχέσεις παραγωγής, πρέπει να αλλάξει κι ο χαρακτήρας των παραγωγικών δυνάμεων καθιστώντας τις συμβατές με ένα βιώσιμο περιβάλλον. Σ’ αυτό το στάδιο, η ποσοτική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί στην αναγκαιότητα μιας ποιοτικής ανέλιξής τους, σ’ ένα ποιοτικό άλμα στη σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Αυτό διαμορφώνεται μέσα στον καπιταλισμό σε φυσική ανάγκη την ικανοποίηση της οποίας, αντιφατικά, το ίδιο το σύστημα μπλοκάρει, διαστρέφοντας τη διαδικασία μιας φυσικής εξέλιξης της παγκοσμιοποιημένης οικονομικής οργάνωσης.

Μετά μπαίνει το ερώτημα τι να κάνουμε. Η κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με μια πρωτοφανή αγωνιστική παρέμβαση που να ξεκινάει από επίπεδα κοινοτήτων και να παίρνει εθνικές και παγκόσμιες διαστάσεις. Το ότι το πρόβλημα δε λύνεται παρά μόνο με ανατροπή του καπιταλισμού, δεν αναιρεί την ανάγκη για μια ποιοτική ανάπτυξη του περιβαλλοντικού κινήματος μέσα από νέα οργανωτικά σχήματα και με εμπλουτισμένες λειτουργίες και δράση. Το ζητούμενο είναι η παρέμβαση της μαρξιστικής αριστεράς (κυρίως των κομμουνιστικών, εργατικών κομμάτων, αλλά και οργανώσεων πέρα από αυτά που αμφισβητούν την ικανότητα του καπιταλισμού να δώσει λύσεις σε τρέχοντα οικουμενικά προβλήματα). Σ’ αυτήν εστιάζεται η ελπίδα, όχι μόνο να βάλει το στίγμα της στο περιβαλλοντικό κίνημα αλλά και να δώσει το έναυσμα στο ξεκίνημα νέων οργανωτικών μορφών του.

Σήμερα ο καπιταλισμός, σαν περιβάλλον, λειτουργεί εναντίον ζωτικότατων συμφερόντων σχεδόν ολόκληρου του πληθυσμού, ενώ μόνο μια αμελητέα κάστα επωφελείται. Αρα, αντικειμενικά, το πρόβλημα αποτελεί μια ευρύτατη πλατφόρμα αντιμονοπωλιακής, αντιιμπεριαλιστικής συσπείρωσης. Μια εμπλουτισμένη, επιστημονικά εμπεριστατωμένη στρατηγική για το περιβάλλον με συγκεκριμένους στόχους, πρέπει να υποδηλώνει το χαρακτήρα και το περιεχόμενο μιας καινούριας σχέσης του ανθρώπου με τη φύση. Αυτό θα ήταν καταλύτης ανάπτυξης μιας εύρωστης αγωνιστικής παρουσίας, που θα αποτελέσει νέα πνοή ελπίδας για ένα πλατύ φάσμα σκεπτόμενων ανθρώπων που αγωνιούν για το μέλλον του πλανήτη και θέλουν να κινητοποιηθούν, ενός κόσμου παγιδευμένου σε αδράνεια σήμερα που, ίσως περισσότερο από ποτέ πριν, θα έπρεπε να δρα.

Μιχάλης Φλυτζάνης 
Ικαρία
Πλευρές της ισχυροποίησης του κόμματος

«Μέσα στο κόμμα πρέπει να επικρατεί το καθεστώς που διευκολύνει το κάθε μέλος να πραγματοποιεί την αποστολή του» (Νίκος Ζαχαριάδης)

Εχουμε μια πλούσια πια εμπειρία, ως κόμμα, αλλά και συνολικά ως κομμουνιστικό κίνημα. Από «ομαλές» αλλά και από «έκτακτες» συνθήκες, από κρίσεις, αλλά και ανασυγκροτήσεις. Από την πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά και από την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αυτό που τακτικά ανακύπτει είναι αν και κατά πόσο τα διδάγματα που βγάζουμε (κυρίως) σε κρίσιμες καμπές, τα αξιοποιούμε μετέπειτα.

1. Το ζήτημα του «κλίματος» που επικρατεί στις ΚΟΒ είναι καθοριστικό για τη δράση μας τόσο συνολικά όσο και του κάθε μέλους. Τα ερωτήματα, με βάση την εμπειρία από το χώρο δράσης μου, είναι συγκεκριμένα και συχνά μη απαντημένα:

Αποτελεί στην πράξη με τον τρόπο και το περιεχόμενο λειτουργίας της η ΚΟΒ το κόμμα στο χώρο της; Εχει αυτή σχέση με τους επαναστατικούς στόχους που θέτουμε; Λύσαμε αυτή την 4ετία ορισμένα «απλά ζητήματα», όπως τακτική συνεδρίαση με συγκεκριμένη εισήγηση (όχι απλά μεταφορά αποφάσεων παραπάνω οργάνων), συμμετοχή σ’ αυτήν και γενικότερα στη δράση μας του συνόλου των μελών;

Κατά πόσο συζητάμε τη γενικότερη πολιτική μας;

Κατά πόσο κυρίως δημιουργούμε το «κλίμα» ώστε το κάθε μέλος να πει υπεύθυνα τη γνώμη του για «πρόσωπα και πράγματα»; Κατά πόσο αυτή η γνώμη του «μετράει» στην πράξη; Κατά πόσο σε τελευταία ανάλυση δημιουργούμε τις προϋποθέσεις ώστε το μέλος να αισθανθεί πραγματικά «νοικοκύρης» στο κόμμα του και να αναλάβει το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί; Να ορισμένες προϋποθέσεις που ατσαλώνουν τον κομμουνιστή, ώστε μπροστά στα αυξημένα προβλήματα της ζωής να μην τα «διπλώνει» διατηρώντας χαλαρές σχέσεις με το κόμμα, αλλά τον βοηθούν να παίξει το ρόλο του μπροστά στις αυξημένες απαιτήσεις της ταξικής πάλης!

2. Αμεση σχέση με το προηγούμενο έχει η «ιδεολογική δουλειά» στις γραμμές μας. Τι μετρήσιμα βήματα έγιναν από το 17ο Συνέδριο για το ανέβασμα της «στάθμης» της; Και εδώ σε επίπεδο ΚΟΒ τα πράγματα δεν είναι ευχάριστα. Το μεγάλο κομμάτι των μελών, όπως τονίζουν οι ΘΕΣΕΙΣ, συνεχίζει και δε διαβάζει «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ». Το ερώτημα είναι γιατί: Η κυριότερη απάντηση βρίσκεται στο ότι γενικά δε διαβάζουμε, δεν ανησυχούμε για την αυτομόρφωσή μας, ενώ δεν υπάρχει και το ανάλογο «μορφωτικό κλίμα» στη λειτουργία μας. Kαι εφόσον δεν εξοπλίζονται τα μέλη μας από τον «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ», αλλά ούτε και από την ΚΟΒ που δεν κάνει π.χ. «ιδεολογικά μαθήματα» ή συχνά δε συζητά την πολιτική μας, τότε από πού διαμορφώνουν την επαναστατική τους συνείδηση, πώς μπορούν να εκπληρώσουν με επάρκεια τα καθήκοντα που υπάρχουν; Η σημαντική δουλειά που έγινε, «κεντρικά», σε ιδεολογικά – πολιτικά ζητήματα (π.χ. επεξεργασίες, εκδόσεις κ.ά.) κατά πόσο με ευθύνη των οργάνων μεταφέρθηκε στις ΚΟΒ, έγινε κτήμα των μελών τους; Δυστυχώς, ελάχιστα!

3. Το διάστημα που πέρασε συνεχίζεται το «μπέρδεμα» των σχέσεων τάξη – κόμμα – συνδικάτο – παράταξη – ΠΑΜΕ, με την ταύτισή τους στην πράξη. Οχι ότι χωρίζονται με «σινικά τείχη», έχουν διαλεκτική σχέση. Ομως π.χ. ως συγκεντρώσεις του ΠΑΜΕ νοούνται συχνά απλά οι συγκεντρώσεις μελών και στενών οπαδών μας, ως κίνημα μόνο το ΠΑΜΕ και όχι τα συνδικάτα, ως παράταξη το ΠΑΜΕ ή το κόμμα κ.ά. Χρειάζεται να γίνει πιο ουσιαστική κριτική αποτίμηση της κατάστασης που υπάρχει στο εργατικό κίνημα. Για παράδειγμα τι βήματα (μετρήσιμα) έγιναν στο μεγάλο ζήτημα της ενίσχυσης των συνδικάτων με νέα μέλη; Τι αλλαγές έγιναν στους συσχετισμούς σ’ αυτά; Τι συσπείρωση δυνάμεων έγινε στις γραμμές του ΠΑΜΕ; Πώς εκτιμούμε τις κινητοποιήσεις που έγιναν (π.χ. συμμετοχή, στόχοι, αποτελέσματα); Τα πράγματα δεν είναι ευχάριστα, ιδιαίτερα στην επαρχία και μάλιστα με βάση την εξελισσόμενη παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, η κατάσταση, εάν δεν ανατραπεί, θα έχει δραματικές και πολύχρονες επιπτώσεις (και) στο λαϊκό κίνημα!

4. Την περίοδο αυτή αναδείχτηκαν νέα στελέχη (προερχόμενα κυρίως από την ΚΝΕ) στα καθοδηγητικά όργανα. Φυσιολογικό και αναγκαίο γεγονός. Ομως υπάρχουν ορισμένα ζητήματα που θα πρέπει να προσεχτούν. Από τα όργανα αυτά λείπει σε σημαντικό βαθμό (από τη στιγμή που δεν υπάρχει και το αναγκαίο «πάντρεμα» στη σύνθεσή τους) η εμπειρία της προηγούμενης γενιάς (δικτατορίας – μεταπολίτευσης). Εμπειρία πλούσια, από στιγμές ανόδου του κινήματος, αλλά και περιόδους εσωκομματικής διαπάλης και κρίσης. Η ιστορία άλλωστε του κόμματος δεν «ξεκινά» ούτε το 1991, ούτε και το 2000. Τα σημερινά «μεσαία» στελέχη αναδείχτηκαν (σε μεγάλο βαθμό) σε μια περίοδο όπου προσπαθούμε ακόμη να αποκαταστήσουμε τα αμβλυμένα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά μας (σε ζητήματα διαπαιδαγώγησης – αξιών) με ό,τι συνέπειες έχει αυτό στη διαμόρφωσή τους. Φαινόμενα «πολυξερισμού», υποτίμησης στην πράξη των «πιο κάτω», επιφανειακής αυτοκριτικής, ή «ενόχλησης» στην κριτική που τους γίνεται, μεταφοράς «ιδανικής εικόνας προς τα πάνω», έχουν αρχίσει να εμφανίζονται. Θα πρέπει λοιπόν να αντιμετωπιστούν αυτά έγκαιρα και αποφασιστικά με συντροφικό τρόπο!

«Καθήκον των μπολσεβίκων δεν είναι να κρύβουν τα λάθη τους, ν’ αποφεύγουν τη συζήτηση, όπως γίνεται συχνά σε μας, αλλά ν’ αναγνωρίζουν τίμια και ανοιχτά τα λάθη τους, να παίρνουν τίμια και ανοιχτά τα αναγκαία μέτρα για να διορθωθούν αυτά τα λάθη» (Στάλιν).

Αλέκος Χατζηκώστας
ΚΟΒ Πασά-Κιόσκι, Βέροια
Για την κοινωνία μετάβασης που γνωρίσαμε

Η Οχτωβριανή Επανάσταση ήταν μια απόπειρα οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Υπό την καθοδήγηση των μπολσεβίκων η εργατική τάξη κατέλαβε την εξουσία και έγινε προσπάθεια να εφαρμοστούν τα μέτρα μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό -κομμουνισμό. Η προλεταριακή επανάσταση αφαίρεσε την εξουσία από την αστική τάξη και τους τσιφλικάδες, διέλυσε το αστικό κράτος και εγκαθίδρυσε τη δικτατορία του προλεταριάτου. Κατήργησε την ατομική ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής, την οποία πλέον είχε το νεοσύστατο εργατικό κράτος.

Με τη νίκη της εργατικής τάξης δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για εκείνους τους επαναστατικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς οι οποίοι θα οδηγούσαν στη μετάβαση στον ολοκληρωμένο νέο τρόπο παραγωγής, τον κομμουνιστικό. Είχαμε μια κλασική έναρξη της πορείας μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό όπως την περιγράφει ο Μαρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Γκόττα.

Μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες η δικτατορία του προλεταριάτου είχε περάσει την πλειοψηφία των βασικών μέσων παραγωγής στον έλεγχό της, ενώ παράλληλα είχε προχωρήσει η κολεκτιβοποίηση της αγροτικής παραγωγής. Παρόλο που ορισμένα μέτρα μετάβασης δεν εφαρμόστηκαν στο ακέραιο, υπήρχε μια σαφής κίνηση προς τα εμπρός.

Το ΚΚΣΕ εκείνη τη χρονική στιγμή εκτίμησε ότι έχει οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός, ότι η επανάσταση έχει νικήσει (Σοβιετικό σύνταγμα του 1936). Κωδικοποιημένα μπορούμε να πούμε ότι κυριαρχεί η αντίληψη ότι το τρίπτυχο δικτατορία του προλεταριάτου + κεντρικός σχεδιασμός + κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής = σοσιαλισμός. Ως ένα βαθμό αυτή η λανθασμένη αντίληψη διαπερνά το κείμενο των θέσεων της ΚΕ, ενώ παράλληλα η μεταβατική περίοδος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό ταυτίζεται με την περίοδο του «πολεμικού κομμουνισμού».

Στο έργο των κλασικών ο σοσιαλισμός – κομμουνισμός αποτελεί μια ενιαία αταξική κοινωνία ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών στην οποία κράτος υφίσταται μόνο στην πρώτη ανώριμη βαθμίδα, το οποίο όμως δεν επιτελεί πολιτικές λειτουργίες. Ο σοσιαλισμός – κομμουνισμός αποτελεί έκβαση μιας πολιτικής μεταβατικής περιόδου όπου η άρση αντιθέσεων όπως αυτή της σωματικής/πνευματικής εργασίας έχει προχωρήσει πλατιά. Στην ΕΣΣΔ της δεκαετίας του ‘30 υπήρχε πολιτικό κράτος, υπολείμματα τάξεων και διεξαγόταν ταξική πάλη στο εσωτερικό και διεθνές επίπεδο. Μέσα σε μια ανθρώπινη γενιά είναι αδιανόητο να διαμορφωθεί ο νέος σοσιαλιστικός άνθρωπος, πράγμα που αποτυπώθηκε στην ιστορία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Η παραγωγή δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν κοινωνικοποιημένη με την έννοια που της δίνει ο Μαρξ. Το εργατικό κράτος διαχειριζόταν τα βασικά μέσα παραγωγής στο όνομα της κοινωνίας (και καλά έκανε), αλλά οι άμεσοι παραγωγοί δεν είχαν την ίδια σχέση προς τα μέσα παραγωγής. Είναι αμφίβολο αν το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της εποχής επέτρεπε κάτι τέτοιο.

Η έμμεση δημοκρατία των Σοβιέτ της δεκαετίας του ‘30 με όλες τις ανεπάρκειές της ήταν η έκφραση της δικτατορίας του προλεταριάτου στην ΕΣΣΔ, αλλά δεν ταυτιζόταν με τη σοσιαλιστική δημοκρατία, η οποία είναι άμεση δημοκρατία. Ο Λένιν διατυπώνει ρητά ότι στη σοσιαλιστική δημοκρατία όλοι θα διοικούν εναλλάξ και επομένως κανένας δε θα διοικεί. Σε μια τέτοια κοινωνία δεν μπορεί να υπάρχει γραφειοκρατία.

Η πολιτική που υιοθέτησε το ΚΚΣΕ στα μέσα της δεκαετίας του ‘30 συσκότισε το γεγονός ότι το βάθεμα της επαναστατικής διαδικασίας αποτελεί διεθνές ζήτημα, μιας και εφευρέθηκε ο τρόπος η αταξική κοινωνία να μπορεί να οικοδομηθεί σε μια μόνο χώρα. Πολλές συγχύσεις και υποχωρήσεις μετά τον πόλεμο σχετίζονται με την πολιτική αυτής της περιόδου. Μια τέτοια ανάλυση καταδεικνύει τη συνέχεια των γεγονότων και το πώς σταδιακά και όχι εξ αποκαλύψεως χάθηκε η επαναστατική πυξίδα από το ΚΚΣΕ.

Συχνά η «στροφή» εκείνης της εποχής δικαιολογείται λόγω του επερχόμενου πολέμου και των αναγκών που δημιουργούσε. Οπως και να έχει, οι αποφάσεις του ΚΚΣΕ ακόμα και αν αποτελούσαν συνειδητές υποχωρήσεις θα έπρεπε να παρουσιαστούν ως τέτοιες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λένιν τη ΝΕΠ δεν την παρουσίαζε ως σοσιαλιστική νομοτέλεια, αλλά ως αναγκαία υποχώρηση και προειδοποιούσε για τους κινδύνους την εργατική τάξη.

Ο προβληματισμός δεν τίθεται από την πλευρά του αν η ηγεσία του ΚΚΣΕ ήταν προδοτική, ανεπαρκής κλπ. εκείνη την ιστορική περίοδο, άλλωστε έφερε σε πέρας γιγάντιο έργο. Αυτό που τίθεται είναι ότι το κομμουνιστικό κίνημα βρέθηκε σε ένα σταυροδρόμι. Εμπαινε στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της πλήρους αντιπαράθεσης με τον ιμπεριαλισμό, της νίκης της επανάστασης και σε άλλες προηγμένες χώρες ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την οικοδόμηση της αταξικής κοινωνίας (όπως αναφέρει το πρόγραμμα της ΚΔ το 1928).

Μεγάλο μέρος του κειμένου των θέσεων της ΚΕ απασχολείται με το ζήτημα της ύπαρξης ή μη εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό και της λειτουργίας του νόμου της αξίας. Σαφώς στο σοσιαλισμό – κομμουνισμό καμία κοινωνική σχέση δεν μπορεί να υπάρξει με τη μορφή εμπορευματοχρηματικής σχέσης αφού πλέον οι παραγωγοί δεν είναι χωρισμένοι από τους όρους και τα αποτελέσματα της παραγωγής τους. Ομως η διαδικασία αυτή αντιστοιχεί στο τέλος της μεταβατικής περιόδου όπου οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί έχουν προχωρήσει, ο νέος τρόπος παραγωγής έχει εμπεδωθεί πλατιά και πλέον η κατάργηση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων προβάλλει ως φυσική διαδικασία και αναγκαιότητα και όχι ως βουλησιαρχική επιταγή. Η θεωρητική διαπάλη που διεξαγόταν στην ΕΣΣΔ γύρω από αυτό το ζήτημα αφορούσε ως ένα βαθμό μια κοινωνία που ακόμη δεν είχε οικοδομηθεί.

Η ΕΣΣΔ δεν αποτέλεσε μια «ιστορική ανωμαλία» ή ένα ιδιότυπο παράδειγμα κρατικού καπιταλισμού, ήταν κοινωνία μετάβασης η οποία οικοδομούσε το σοσιαλισμό. Στη σοβιετική κοινωνία υπήρχε κράτος, εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, λειτουργία του νόμου της αξίας, αν και τροποποιημένος λόγω του κεντρικού σχεδιασμού. Δεν υπήρχαν δυνατότητες απόσπασης υπεραξίας αφού δεν υπήρχε ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Ο χαρακτήρας αυτής της κοινωνίας ήταν μεταβατικός, με πορεία προς την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, αλλά το να ισχυριστούμε ότι είχε οικοδομήσει ήδη τον ανώριμο κομμουνισμό είναι επιστημονικά και πολιτικά μη ορθό.

Ολη η ιστορία της ΕΣΣΔ σημαδεύεται από την ταξική πάλη που παίρνει νέες μορφές μετά την προλεταριακή επανάσταση. Τα μεταβατικά μέτρα έδρασαν επιτυχώς και απέδειξαν τη δυνατότητα της εργατικής τάξης να καταλάβει την εξουσία και να κατευθύνει την παραγωγή. Ομως στα πλαίσια της μεταβατικής κοινωνίας υπήρχε έντονη διαπάλη ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο, υπήρχε η δυνατότητα του βαθέματος της επανάστασης αλλά και του πισωγυρίσματος.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έπαιξε καταλυτικό ρόλο ακόμη και πριν από την εκδήλωσή του με κύριο χαρακτηριστικό την ως ένα βαθμό αναγκαστική συμμαχία του ΚΚΣΕ με μη επαναστατικά στρώματα. Η συσκότιση των αντιθέσεων της σοβιετικής κοινωνίας μπροστά στη συμμαχία απέναντι στο φασισμό παγίωσε την ανοχή σε υποχωρήσεις οι οποίες μεταπολεμικά έδρασαν ανασταλτικά στο βάθεμα των νέων σχέσεων παραγωγής. Μεταπολεμικά τα βήματα προς τα πίσω επιταχύνονται. Σταδιακά ενσωματώθηκαν στο ΚΚΣΕ γραφειοκρατικά – διευθυντικά στρώματα τα οποία ναι μεν δεν μπορούσαν να ιδιοποιηθούν τίποτε άλλο παρά προϊόντα της παραγωγής, αλλά έβλεπαν τη δυνατότητα μετεξέλιξής τους σε μια νέα αστική τάξη.

Το πότε αυτή η διαδικασία κατέστη μη ανατρέψιμη είναι ζήτημα διερεύνησης. Η γενική πολιτική αφασία της εργατικής τάξης και η αποξένωσή της από την άσκηση της εργατικής εξουσίας προηγήθηκε των εξελίξεων στο ΚΚΣΕ. Η μετατόπιση της μάχης με τον οπορτουνισμό από το πεδίο της ανοιχτής ιδεολογικής αντιπαράθεσης στο πεδίο της συνωμοσιολογίας συνέτεινε στην πολιτική αποξένωση της εργατικής τάξης.

Σε σχέση με τους κλασικούς, έχουμε σήμερα το πλεονέκτημα της πείρας σχεδόν ενός αιώνα προσπαθειών για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Μπορούμε να αναπτύξουμε την επαναστατική θεωρία. Αυτό δεν αποτελεί μόνο δυνατότητα, αλλά υποχρέωση. Το σημαντικότερο είναι οι εκτιμήσεις στις οποίες θα καταλήξουμε να μην απολυτοποιούν φαινόμενα τα οποία εμφανίστηκαν κατά την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, να μην παρουσιάζουν τυχόν αποκλίσεις από αυτή την πορεία ως νομοτέλειες.

Αλέξανδρος Κουτσιούμπας
ΚΟΒ θετικών Επιστημών, Πάτρα
Διαδίκτυο, κόκκινοι μπλόγκερς και ΚΚΕ

Είναι γνωστό βέβαια ότι, προς το παρόν τουλάχιστον, και στη χώρα μας τα μέσα παραγωγής ανήκουν στους ιδιώτες. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μέσα που άπτονται στις Νέες Τεχνολογίες. Μια από αυτές είναι το λεγόμενο Διαδίκτυο.

Δε θα μπορούσε, είπαμε προς το παρόν, να ξεφύγει από την «πεπατημένη» της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης, είτε αυτά είναι έντυπα, είτε ηλεκτρονικά.

Αυτό, φυσικά, δε σημαίνει ότι εμείς δε θα προσπαθούμε με νύχια και με δόντια να τα εκμεταλλευτούμε για να προβάλλουμε τις δικές μας απόψεις.

Δε θα περιμένουμε την πτώση του καπιταλισμού και μέχρι τότε να αποφεύγουμε να τα χρησιμοποιούμε – όσο φυσικά μας επιτρέπουν ή τους αφήνουμε να μας επιτρέπουν οι κάθε λογής καπιταλιστές – ιδιοκτήτες τους.

Οπου μπορούμε, άλλωστε, το Κόμμα μας, προχώρησε στη δημιουργία δικών του μέσω ώστε να μην εξαρτόμαστε από τις ορέξεις των κεφαλαιοκρατών της χώρας μας.

Το ΚΚΕ εδώ και χρόνια, θεωρεί αναντικατάστατο όπλο την εφημερίδα μας, τον «Ριζοσπάστη», καθώς και τα άλλα μέσα που διαθέτει το Κόμμα.

Τα έντυπα μέσα, ο ραδιοφωνικός σταθμός, η τηλεόραση του «902», προσπαθούν κάθε μέρα να προωθούν τις Θέσεις μας για το Σοσιαλισμό και τον Κομμουνισμό.

Βέβαια, αυτό δεν τονίζεται με κάθε ευκαιρία, τίποτα δεν είναι ικανό να αντικαταστήσει την καθημερινή συλλογική πάλη, να αφυπνιστούν συνειδήσεις, να γίνουν όσο το δυνατό περισσότεροι εργαζόμενοι κοινωνοί της νέας κοινωνίας που οραματιζόμαστε.

Ούτε τρέφουμε καμιά αυταπάτη ότι θα έχουμε το «ελεύθερο» από τον ταξικό μας αντίπαλο να κινούμαστε όπως θέλουμε! Ολοι μας, είμαστε μάρτυρες καθημερινού αποκλεισμού των Θέσεων του ΚΚΕ από τα ελεγχόμενα από τους καπιταλιστές μέσα ενημέρωσης. Αποκρύβονται έως και προβοκάρονται παρεμβάσεις, είτε του Κόμματος, είτε της ΚΝΕ, είτε του ΠΑΜΕ κλπ. Μαζικές συγκεντρώσεις, πορείες, διαδηλώσεις είναι σαν να μην υπάρχουν!

Κι ας μην ξεχνάμε, ότι πάμπολλα είναι τα παραδείγματα που έχουν εντοπιστεί «όργανα» να παρακολουθούν και να καταγράφουν αναλυτικά όλες αυτές τις δραστηριότητες. ‘Η μήπως είναι κανείς μας τόσο αφελής να πιστεύει ότι και σε μία (1) μόνο διαδήλωση ή συγκέντρωση ή απλή παρακολούθηση δραστηριότητας του ΚΚΕ να μετείχε δεν είναι ήδη σε… καταγραφή!

Ούτε, φαντάζομαι, είναι κανένας μας τόσο αφελής να πιστεύει ότι η χρήση του Διαδικτύου (internet) δε δίνει τη δυνατότητα μέσα από τα «ίχνη» που αφήνουμε να είμαστε ήδη αγρίως… «φακελωμένοι»!

Είτε παλεύουμε μέσα από το συνδικαλιστικό κίνημα, είτε μέσα από άλλα μαζικά κινήματα, είτε μετέχουμε σε διαδηλώσεις και πορείες, είτε χρησιμοποιούμε το διαδίκτυο, σε κάθε περίπτωση έχουμε γίνει γνωστοί και… μη εξαιρετέοι! Ετσι δε φοβόμαστε μεν, οφείλουμε να είμαστε άκρως προσεχτικοί δε!

Οσοι λοιπόν από μας, χρησιμοποιούν το διαδίκτυο, οφείλουν να προσέχουν πολύ, ώστε και το περιεχόμενο των άρθρων τους, αλλά και γενικότερα η φρασεολογία τους να συνάδει με τις Μαρξιστικές Λενινιστικές Αρχές.

Παλεύουμε τις θέσεις των καπιταλιστών, των οπορτουνιστών, των αστών πολιτικών με βάσει τη Θεωρία μας, την υπεροχή των επιχειρημάτων μας, το δίκιο του αγώνα μας. Δεν αφήνουμε σε «χλωρό κλαδί» τους ταξικούς μας αντιπάλους!

Φυσικά, δεν αφήνουμε τη δουλειά μέσα στο λαό. Οπως δεν την άφησαν ποτέ τους οι σύντροφοι καλλιτέχνες και δημιουργοί – πάλευαν και παλεύουν και με την πένα τους και στο καμίνι του δρόμου.

Οι συγγραφείς και οι άλλοι δημιουργοί, δουλεύουν και ατομικά, με τα κείμενά τους ή τα προϊόντα της τέχνης τους, όμως και συλλογικά βγαίνοντας στους δρόμους και τα πεζοδρόμια! Ο βουλευτής, ο συνδικαλιστής, το στέλεχος, δουλεύει και ατομικά ανάλογα με τη χρέωση που έχει, μα και συλλογικά μέσα από τις αποφάσεις των Οργάνων.

Ετσι και οι μπλόγκερς – οι Κόκκινοι Μπλόγκερς – χρησιμοποιούν το εργαλείο που λέγεται διαδίκτυο ως Μετερίζι Αγώνων έχοντας πάντα στο νου και την καρδιά τη συλλογική δράση του Κόμματος. Κάποιοι μιλούν για παρέμβαση του καναπέ! Θα διαφωνήσω απόλυτα με αυτήν την εκτίμηση. Παρέμβαση του καναπέ είναι το διάβασμα του «Ριζοσπάστη», η ακρόαση του Ρ/Σ, η παρακολούθηση του «902 TV». Το διαδίκτυο είναι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ένα Μετερίζι Αγώνα, που αγκαλιάζει όλο τον κόσμο.

Θα ήταν τραγικό λάθος να μην εκτιμήσουμε σωστά τη χρησιμότητά του. Ερχόμαστε σε καθημερινή επαφή με εκατοντάδες «αναγνώστες», ανθρώπους που με άλλον τρόπο δε θα μπορούσαμε να τους πλησιάσουμε ποτέ. Στο κάτω κάτω της γραφής, το ίδιο το Κόμμα, πολύ σωστά έχει «πιάσει» το θέμα και συγκεκριμένα στη Θέση 100 διαπιστώνει:

«Αναπόσπαστο στοιχείο της κομματικής οικοδόμησης και της ισχυροποίησης των δεσμών του Κόμματος με την εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα αποτελεί η αξιοποίηση και διάδοση των κομματικών εντύπων, η αξιοποίηση των ηλεκτρονικών μέσων, του Διαδικτύου».

Τι μας λέει λοιπόν, η ΚΕ του ΚΚΕ:

1. Απαραίτητο εργαλείο το Διαδίκτυο για την κομματική οικοδόμηση.

2. Απαραίτητο εργαλείο το Διαδίκτυο για την ισχυροποίηση των δεσμών του Κόμματος με την εργατική τάξη.

3. Εξ ίσου απαραίτητο εργαλείο το Διαδίκτυο με τα κομματικά έντυπα και τα ηλεκτρονικά μέσα.

Τελικό συμπέρασμα:

Η δουλειά των Κόκκινων Μπλόγκερς, είναι εκ των ων ουκ άνευ και πρέπει να αναγνωριστεί, έτσι ακριβώς.

Απαραίτητη προϋπόθεση να πετύχει στον ιστορικό του ρόλο το κίνημα των Red Blogs, είναι η ολόπλευρη και συστηματική συμβολή του Κόμματος, θεσπίζοντας σχετικό κεντρικό Οργανο που θα πάρει στη σκέπη του όλο το ήδη υπάρχον δυναμικό, με σωστή καθοδήγηση, φροντίδα και κομματική, ιδεολογική και με διοχέτευση πληροφοριών, στήριξη.

Γ.Μ. 
ΕΒΡΟΣ
Στο σοσιαλισμό η εργατική τάξη συμμετέχει στην εξουσία ή την ασκεί;

Μελετώντας τις θέσεις της ΚΕ για τον σοσιαλισμό, ανακάλεσα στη μνήμη μου δύο περιστατικά της ευρύτερης πολιτικής ζωής.

Περιστατικό 1ο: Το 1981, λίγες μέρες πριν αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας το ΠΑΣΟΚ, βρέθηκα κάτω από ένα αεροπανό που έγραφε: «Ο λαός θέλει, το ΠΑΣΟΚ μπορεί». Επεξεργαζόμενος το παραπάνω σύνθημα, συνειδητοποίησα ότι ήταν διατυπωμένο αντίστροφα. Ακόμα και ένα κόμμα της κλασικής σοσιαλδημοκρατίας στο σύνθημά του θα έγραφε: «Το ΠΑΣΟΚ θέλει, ο λαός μπορεί». Διαπιστώνοντας ότι η διατύπωση που είχε το σύνθημα δεν ήταν τυχαία, αλλά διαπερνούσε τη λογική του ΠΑΣΟΚ, ήμουν βέβαιος για την πορεία που θα ακολουθούσε.

Περιστατικό 2ο: Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 σε μια θεατρική σκηνή είχε ανέβει μια παράσταση με τίτλο «Μπλε άλογα σε κόκκινο χορτάρι», η οποία αναφερόταν στα πρώτα χρόνια μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση. Σε μία από τις σκηνές του έργου, συζητώντας ο Λένιν με μια συντρόφισσα, της θέτει το ερώτημα: Στη φράση «σοβιετική εξουσία» ποιο είναι το ουσιαστικό και ποιο είναι το επίθετο; Η συντρόφισσα απάντησε ότι το ουσιαστικό είναι η λέξη εξουσία και το επίθετο η λέξη σοβιετική. Ο Λένιν της επισήμανε ότι αυτό είναι σωστό γραμματικώς μόνο. Πολιτικά η σχέση είναι αντίστροφη. Το ουσιαστικό είναι η λέξη σοβιετική και το επίθετο η λέξη εξουσία.

Οπως σωστά αναφέρεται στη θέση 38, «η επαναστατική εργατική εξουσία θα στηριχτεί στους θεσμούς που θα γεννήσει η επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Οι αστικοί κοινοβουλευτικοί θεσμοί θα αντικατασταθούν από τους νέους θεσμούς της εργατικής τάξης». Είναι γνωστό ότι τα σοβιέτ ήταν οι θεσμοί που γεννήθηκαν μέσα από την επαναστατική πάλη στη Ρωσία και αντικατέστησαν τους αστικούς κοινοβουλευτικούς θεσμούς.

Είναι κοινότοπο να αναφέρω ότι στην αστική Δημοκρατία, αποκτώντας ένα κόμμα την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δε διαχειρίζεται την εξουσία, αλλά τη διοίκηση. Η αστική τάξη δε συμμετέχει στην εξουσία, δεν τη μοιράζεται με το κυβερνών κόμμα. Η αστική τάξη έχει την εξουσία την οποία δε μοιράζεται με κανένα.

Η εξουσία της δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από τη μία ή την άλλη επιλογή των πολιτικών εκπροσώπων της.

Επομένως, είναι απλό πόρισμα της μαρξιστικής θεωρίας ότι ένα κόμμα που έχει την αντίληψη «ο λαός θέλει το κόμμα μπορεί», ακόμη και αν έχει καλές προθέσεις είναι καταδικασμένο να αποτύχει.

Η κοινοβουλευτική αστική δημοκρατία, θεσμοθετημένη από την αστική τάξη, είναι δομημένη έτσι ώστε να εξασφαλίζει την κυριαρχία της. Ο Λένιν ήξερε ότι η ανατροπή της αστικής τάξης δεν μπορούσε παρά να γίνει από νέους πολιτικούς θεσμούς, από θεσμούς δηλαδή που θα γεννούσε η ίδια η επαναστατική διαδικασία.

Ετσι, όταν η ίδια η ζωή γέννησε τα σοβιέτ, οι κομμουνιστές μπήκαν μπροστά, οι μάζες αναγνώρισαν τον ηγετικό τους ρόλο και τους έβαλαν επικεφαλής.

Θεωρώ ότι διατυπώνοντας ο Λένιν το σύνθημα «όλη η εξουσία στα σοβιέτ» δεν εννοούσε «όλη η εξουσία στο κόμμα».

Μελετώντας τις θέσεις, μου γεννήθηκε το εξής σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, ερώτημα, το οποίο οι θέσεις δεν το απαντούν: Πώς είναι δυνατόν η οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας να επηρεάζεται σε τέτοιο βαθμό από τις αποφάσεις του κομμουνιστικού κόμματος; Σε κομματικό επίπεδο το ερώτημα είναι: Πώς είναι δυνατόν η λειτουργία του κόμματος να επηρεάζεται ολοκληρωτικά από την επικράτηση στα κομματικά όργανα της μίας ή της άλλης αντίληψης;

Η θέση, η οποία έχει εμφανιστεί πολλές φορές στον κομματικό Τύπο, ότι η επικράτηση της ομάδας Μπουχάριν ή Τρότσκι στην ηγεσία του ΚΚΣΕ θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, αποκαλύπτει ένα σημαντικό πρόβλημα που υπήρχε τόσο στη λειτουργία του κομμουνιστικού κόμματος όσο και της κομμουνιστικής κοινωνίας. Πρόβλημα στη λειτουργία του κόμματος, διότι υποδηλώνει ότι η κομματική ηγεσία μπορεί να επιβληθεί στην κομματική βάση. Πρόβλημα, επίσης, στη λειτουργία της δικτατορίας του προλεταριάτου: Τα κόμματα είναι ομάδες ατόμων που τα χαρακτηρίζει η κοινή ιδεολογία (εποικοδόμημα). Οι τάξεις είναι ομάδες ατόμων που τους χαρακτηρίζει η κοινή θέση στην παραγωγή (υλική βάση). Επομένως, δεν είναι δυνατόν ένα κόμμα να μπορεί να επιβληθεί σε μία τάξη, η οποία μάλιστα έχει την εξουσία.

Θεωρώ ότι ένα από τα βασικά λάθη του ΚΚΣΕ ήταν η θεσμοθέτηση και νομική κατοχύρωση του καθοδηγητικού ρόλου του κομμουνιστικού κόμματος. Λίγο ως πολύ το σύνθημα ήταν: «Ο λαός θέλει το ΚΚΣΕ μπορεί». Τολμώ να διατυπώσω την εξής ακραία θέση: «Η εβδομηντάχρονη πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού με τα θετικά και τα αρνητικά της ήταν αποτέλεσμα επιλογών του κομμουνιστικού κόμματος και όχι της εργατικής τάξης».

Συνδέοντας τα παραπάνω με το χρέος του ΚΚΕ να τεθεί επικεφαλής της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Ελλάδα, θεωρώ ότι η άποψη που διατυπώνεται στην αρχή της θέσης 21 «Η εργατική τάξη συγκροτείται ως ηγετική δύναμη της νέας εξουσίας, πάνω από όλα με το κόμμα της» εγκυμονεί κινδύνους. Η εργατική τάξη συγκροτείται ως ηγετική δύναμη της νέας κοινωνίας με θεσμούς που θα δημιουργήσει η ίδια με την καθοδήγηση του κόμματός της. Η εργατική τάξη στη σοσιαλιστική κοινωνία δε συμμετέχει στην εξουσία ούτε ασκεί εργατικό έλεγχο. Η εργατική τάξη στη σοσιαλιστική κοινωνία έχει την εξουσία. Το κομμουνιστικό κόμμα καθοδηγεί την εργατική τάξη στην άσκηση της εξουσίας.

Γνωρίζω πως η παραπάνω άποψη προβάλλει σχεδόν αιρετική. Αδυνατώντας να προβάλλω μια μορφοποιημένη θέση, για την υλοποίηση της παραπάνω άποψης, τολμώ τον εξής συλλογισμό:

Ο επιστήμονας Μαρξ, παρά το γεγονός ότι έχει την εικόνα μιας εργατικής τάξης ιδεολογικά και μορφωτικά υποβαθμισμένης, δεν κάνει το λάθος να τη θεωρήσει συμμετέχουσα στην εξουσία, δεν αναφέρεται σε εργατικό έλεγχο. Καταλήγει στο μεγαλοφυές συμπέρασμα ότι η κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη (και όχι από το κομμουνιστικό κόμμα) θα λύσει τη βασική αντίθεση της κοινωνίας, λύνοντας έτσι όλες τις δευτερεύουσες αντιθέσεις και απελευθερώνοντας ολόκληρη την κοινωνία.

Μετά τιμής

Ε. Κορφιάτης
Δρ. Φυσικής Καθηγητής Μ.Ε.
Οι δύο περίοδοι της Σοβιετικής Ενωσης και το έγκλημα της ταύτισής τους

Με τη Μεγάλη Σοσιαλιστική Επανάσταση το προλεταριάτο της Ρωσίας σε συμμαχία με τη φτωχολογιά της πόλης και του χωριού κατέλαβε την πολιτική εξουσία και αφού συνέτριψε όλες τις εσωτερικές δυνάμεις που εναντιώθηκαν στην εξουσία του, προχώρησε μέσα από σκληρή ταξική πάλη στο δρόμο οικοδόμησης του σοσιαλισμού ακολουθώντας πιστά τις υποθήκες των κλασικών του Μαρξισμού – Λενινισμού που λένε:

1. «Οι κομμουνιστές μπορούν να συνοψίσουν τη θεωρία τους σ’ αυτή τη μοναδική διατύπωση: Κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας» (Μαρξ – Ενγκελς: Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος).

2. Το προλεταριάτο χρησιμοποιεί την πολιτική του κυριαρχία για να αποσπάσει από την αστική τάξη βήμα προς βήμα όλο το κεφάλαιο, να συγκεντρώσει όλα τα μέσα παραγωγής στα χέρια του κράτους» (Μαρξ – Ενγκελς: Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος).

3. «Το προλεταριάτο καταλαμβάνει την κρατική εξουσία και μετατρέπει τα μέσα παραγωγής πρώτα απ’ όλα σε κρατική ιδιοκτησία» (Ενγκελς: Αντι-Ντύρινγκ).

4. «Ολα τα μέσα παραγωγής γίνονται κτήμα του εργαζόμενου λαού, δηλαδή περνούν στην ιδιοκτησία του εργατοαγροτικού κράτους» (Λένιν: Διακήρυξη των δικαιωμάτων του εργαζόμενου και εκμεταλλευόμενου λαού).

Με βάση, λοιπόν, αυτές τις υποθήκες των κλασικών του Μαρξισμού – Λενινισμού και σε σκληρή σύγκρουση με τους ως τότε ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και τους πολιτικούς εκφραστές τους, εντός και εκτός της χώρας, εντός και εκτός του κόμματος, τους αποσπά όλα τα μέσα παραγωγής και με πρωτοφανή άλματα προόδου εξυψώνει την επιστήμη και την τεχνική, γιγαντώνει την παραγωγή της μηχανής, ικανοποιεί τις λαϊκές ανάγκες και βελτιώνει καθημερινά τη ζωή του λαού, δημιουργώντας γενικευμένο ενθουσιασμό, συντρίβει το φασισμό και δημιουργεί το σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Από καθυστερημένη αγροτική χώρα αναδεικνύεται σε μια τεράστια υπερδύναμη που πάνω της στρέφονται οι ελπίδες των κολασμένων όλης της Γης.

Δεν ολοκλήρωσε όμως την οικοδόμηση του σοσιαλισμού γιατί αφαίρεσε μεν όλα τα μέσα παραγωγής από τους ως τότε ιδιοκτήτες τους, δεν τα μετέτρεψε όμως ακόμα όλα σε κρατική ιδιοκτησία. Το μεγαλύτερο μέρος της αγροτικής παραγωγής δημιουργείται στα κολχόζ που είναι συνεταιριστική και όχι κρατική ιδιοκτησία και αυτό δημιουργεί δύο σοβαρά προβλήματα. Το πρώτο είναι, ότι δυσκολεύει τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας, το δεύτερο και σπουδαιότερο είναι, ότι διατηρεί την εμπορευματική παραγωγή που πίσω της φωλιάζει η επιδίωξη του κέρδους, που διαφθείρει τη συνείδηση των ανθρώπων. Γι’ αυτό και ο μέγας ηγέτης των μπολσεβίκων, ο Στάλιν, στο τελευταίο έργο του «Προβλήματα οικονομίας του σοσιαλισμού» δίνει συντριπτικό χτύπημα στους υποστηρικτές της άποψης ότι στο σοσιαλισμό διατηρείται ο νόμος της αξίας, επομένως και της εμπορευματικής παραγωγής και της αγοράς και του κέρδους, και προετοιμάζει το κόμμα και το λαό για τη μετατροπή και των κολχόζ σε κρατική ιδιοκτησία. Δεν πρόλαβε όμως. Απογυμνωμένος από τα καλύτερα στελέχη, τους μπροστάρηδες μπολσεβίκους, που θυσιάστηκαν στον αντιφασιστικό πόλεμο για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής πατρίδας, έπεσε θύμα μηχανορραφιών των οπορτουνιστών.

Οι νέοι ηγέτες άρχισαν από την πρώτη στιγμή την αντίστροφη πορεία. Στο όνομα της διόρθωσης των δήθεν λαθών του Στάλιν άρχισαν κάτω από τις επευφημίες της διεθνούς αντίδρασης, να κατεδαφίζουν το σοσιαλισμό. Επέκτειναν βήμα βήμα την εμπορευματική παραγωγή, καθιέρωσαν επίσημα το κέρδος σαν κίνητρο δήθεν για την ανάπτυξη της παραγωγής, που τελικά την οδήγησαν στη στασιμότητα, κήρυξαν τη συμφιλίωση με τον ιμπεριαλισμό, καταπρόδωσαν τα επαναστατικά και αντιαποικιοκρατικά κινήματα (Κούβα, Κονγκό, Αφγανιστάν κλπ) και τελικά με το 20ό και τα επόμενα συνέδρια κατάργησαν και επίσημα την εξουσία της εργατικής τάξης και το κόμμα της. Δεν είναι πλέον το κράτος της ΕΣΣΔ δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά παλλαϊκό κράτος και το ΚΚΣΕ δεν είναι πλέον κόμμα της εργατικής τάξης, αλλά παλλαϊκό κόμμα. Φυσικά όλα αυτά δεν είναι λάθη, αλλά συνειδητές επιλογές, γιατί δεν μπορεί να μη γνώριζαν ότι οι έννοιες αυτές δεν έχουν κανένα νόημα. Γιατί κράτος είναι ο μηχανισμός με τον οποίο η εκάστοτε κυρίαρχη τάξη επιβάλλει τη θέλησή της στις άλλες τάξεις, άρα δεν μπορεί να είναι παλλαϊκό. Γιατί κόμμα είναι η συνειδητή πρωτοπορία της κάθε τάξης, με το οποίο καθοδηγείται ο αγώνας της ενάντια στις άλλες τάξεις, άρα δεν μπορεί να είναι παλλαϊκό. Το παλλαϊκό κράτος δεν είναι παρά εξουσία της αστικής τάξης, γιατί πέρα από την εξουσία της εργατικής τάξης, δεν υπάρχει παρά μόνο η εξουσία της αστικής τάξης. Το παλλαϊκό κόμμα δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά αστικό κόμμα, γιατί πέρα από το εργατικό κόμματα δεν υπάρχουν παρά μόνο αστικά κόμματα.

Δεν μπορεί επίσης να μη γνώριζαν την υποθήκη του Μαρξ που λέει: «Ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική και στην κομμουνιστική κοινωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής μετατροπής της μιας στην άλλη. Και σ’ αυτή την περίοδο αντιστοιχεί μια πολιτική μεταβατική περίοδος, που το κράτος της δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου» (Μαρξ: Κριτική του προγράμματος της Γκότα).

Ετσι, λοιπόν, συνειδητά μετά το θάνατο του Στάλιν άρχισε η κατεδάφιση του σοσιαλισμού με τον Χρουστσόφ, συνεχίστηκε με τον Μπρέζνιεφ και ολοκληρώθηκε με τον Γκορμπατσόφ και τον Γέλτσιν. Χρειάζεται άραγε έρευνα ετών για να διαπιστώσει κανείς πώς οδηγήθηκε η Σοβιετική Ενωση στην παλινόρθωση του καπιταλισμού; Οι ηγεσίες των περισσότερων κομμουνιστικών κομμάτων, και πρώτο από όλα το ΚΚΕ, με ηγέτη τον Νίκο Ζαχαριάδη, είδαν τότε, αμέσως μετά το θάνατο του Στάλιν και ιδιαίτερα μετά το 20ό Συνέδριο, πού θα οδηγούσαν οι οπορτουνιστικές μεταρρυθμίσεις της νέας ηγεσίας του ΚΚΣΕ και αντέδρασαν στέλνοντας σήμα κινδύνου στους κομμουνιστές όλου του κόσμου.

Οποιος επιμένει να βαφτίζει αυτή την περίοδο μετά το θάνατο του Στάλιν, σοσιαλισμό, διαπράττει τριπλό έγκλημα. Πρώτον, γιατί οι λαοί που τον έζησαν αυτόν το σοσιαλισμό τον σιχάθηκαν, γι’ αυτό και δεν τον υπερασπίστηκαν. Γι’ αυτό και στις όποιες κινητοποιήσεις γίνονται σήμερα εκεί, βλέπουμε να κρατούν μόνο πορτρέτα του Λένιν και του Στάλιν. Δεύτερο, γιατί όταν βαφτίζεις αυτή την περίοδο σοσιαλισμό, είναι σαν να καλείς τον κόσμο να αγωνιστεί για έναν τέτοιο σοσιαλισμό, πράγμα καθόλου ελκυστικό. Τρίτο, γιατί στέλνεις περίπατο το Μαρξισμό – Λενινισμό.

Χριστόφορος Στεφανίδης,
Ορμύλια Χαλκιδικής
Δυο σκέψεις για το δεύτερο θέμα

Αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες,

Οι «Θέσεις» της ΚΕ εκτιμούν ότι η ανατροπή στηρίχτηκε στη δεξιά στροφή που έγινε από την εποχή του 20ού Συνεδρίου και μετά. Για το 20ό Συνέδριο και για την αμέσως μετά περίοδο, μπορούν να ειπωθούν πολλά. Ιδιαίτερα για την τραυματική κατάσταση που δημιουργήθηκε στο κομμουνιστικό κίνημα με αποκλειστική ευθύνη της τότε σοβιετικής ηγεσίας, η οποία προσπαθώντας να εξασφαλίσει τη δική της δημοτικότητα και πολιτική επικράτηση, συγκρινόμενη με ένα φωτεινό ηγέτη του διαμετρήματος του Στάλιν, προχώρησε στις γνωστές και απαράδεκτες τοποθετήσεις της για την προηγούμενη περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αυτή την τακτική μπορούμε να την αποκαλύψουμε και να βγάλουμε τα απαραίτητα συμπεράσματα, όμως για να ορίσουμε το σημείο της οπορτουνιστικής στροφής του ΚΚΣΕ, νομίζω ότι δε χρειάζεται να πάμε τόσες δεκαετίες πίσω.

Οπορτουνιστική στροφή υπήρξε, όπως υπήρξε αντεπαναστατική και φιλοκαπιταλιστική δράση του ΚΚΣΕ, αλλά όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου, έγιναν μετά το 1985. Αλλωστε, από τη στιγμή που ο επαναστατικός φορέας τα …«στρίψει» και επιλέξει να λοξοδρομήσει, δε χρειάζονται 30 και 40 χρόνια για να καρπίσει ο οπορτουνισμός.

Είναι αναμφισβήτητο ότι και πριν έγιναν λάθη, επιτράπηκαν παραλείψεις, υπήρξαν ακόμα και παλινωδίες στην προσπάθεια αναζήτησης των δρόμων που είχε να ακολουθήσει ο σοβιετικός λαός στην οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας, πρώτος αυτός στην εξέλιξη της ιστορίας της ανθρωπότητας. Ωστόσο, μέχρι και τη δεκαετία του ‘80, στις θέσεις, στις διακηρύξεις στις αποφάσεις και στη δράση του Κόμματος, διακρίνω ότι υπάρχει συνέχεια και συνέπεια, στις αρχές της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και της υλικής βάσης για την κομμουνιστική κοινωνία, όπως είχαν προσδιοριστεί από τους κλασικούς της κοσμοθεωρίας μας και όπως διαμορφώθηκαν και από τις θεωρητικές επεξεργασίες του Στάλιν.

Για να θεμελιώσουμε την άποψη για τη δεξιά οπορτουνιστική στροφή μιλάμε – ανάμεσα στα άλλα – για επιλογές που αδυνάτισαν τον κεντρικό σχεδιασμό, διέβρωσαν την κοινωνική ιδιοκτησία, ενώ στους παράγοντες που δημιούργησαν το κοινωνικό υπόβαθρο για την ανατροπή, συγκαταλέγουμε τη στάση του ΚΚΣΕ απέναντι στα κολχόζ και τη συνεταιριστική ιδιοκτησία. Πρόκειται για διαπιστώσεις που, κατά τη γνώμη μου, δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικά γεγονότα και επιλογές του ΚΚΣΕ.

Ο κεντρικός σχεδιασμός πάντα στάθηκε ακρογωνιαίος λίθος στην πορεία ανάπτυξης της σοσιαλιστικής κοινωνίας και ουδέποτε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘80 ατόνησε, παρακάμφθηκε ή αγνοήθηκε. Αν επιχειρήσει κάποιος να διαβάσει τα υλικά των Συνεδρίων που ακολούθησαν ολόκληρη την περίοδο μετά το 20ό Συνέδριο, εύκολα θα διαπιστώσει ότι η προσπάθεια του ΚΚΣΕ πάντα εστιαζόταν στη λήψη μέτρων που ενίσχυαν και δυνάμωναν το σύστημα του κεντρικού σχεδιασμού. Και το ΓΚΟΣΠΑΝ, εδώ που τα λέμε, ασχολούνταν και καθόριζε ακόμα και το πόσες καρφίτσες θα παραχθούν στο κάθε πεντάχρονο. Αλλωστε – και καλό είναι να μην τα ξεχνάμε αυτά – πριν από την ψήφιση του κάθε πεντάχρονου πλάνου, δημοσιεύονταν οι κεντρικοί του στόχοι και ακολουθούσε πολύμηνος δημόσιος διάλογος, ο οποίος κορυφώνονταν με τις τελικές αποφάσεις που έπαιρναν τα Συνέδρια του ΚΚΣΕ. Ενδεικτικά αναφέρω ότι το 1981, ενόψει του 26ο Συνεδρίου, στη δημόσια συζήτηση για το ενδέκατο πεντάχρονο πλάνο είχαν πάρει μέρος 121 εκατομμύρια άτομα.

Παράλληλα, η ίδια η εξέλιξη της αγοράς προϊόντων στην ΕΣΣΔ, είναι μια απλή, χειροπιαστή απόδειξη ότι καθόλη την περίοδο του σοσιαλισμού, η κοινωνία αναπτύχθηκε με βάση τα κεντρικά σχέδια παραγωγής και εφοδιασμού και όχι με βάση αυτό που θα λέγαμε προτιμήσεις του πληθυσμού.

Αν οι επιχειρήσεις λειτουργούσαν με βάση το κέρδος, όπως υποστηρίζεται, και δεν ίσχυαν τα αυστηρά πεντάχρονα πλάνα, τότε χιλιάδες και χιλιάδες επιχειρήσεις θα είχαν αναπροσανατολίσει την παραγωγική τους δραστηριότητα και θα διοχέτευαν στην αγορά είδη πλατιάς κατανάλωσης, που θα γίνονταν αμέσως ανάρπαστα, και άρα το κέρδος – το συνεχώς αυξανόμενο κέρδος – θα ήταν εξασφαλισμένο.

Αν οι επιχειρήσεις λειτουργούσαν με βάση το κέρδος, οι τιμές στα είδη της αγοράς δε θα ήταν για δύο και τρεις δεκαετίες απόλυτα σταθερές και σαφώς προσδιορισμένες από τον κεντρικό μηχανισμό σχεδιοποίησης.

Αν είχαν υιοθετηθεί δυνάμει καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, δε θα υπήρχε έλλειψη εργατικών χεριών, δε θα υπήρχε πλήρης απασχόληση, δε θα υπήρχαν εξασφαλισμένες και συνεχώς αυξανόμενες αποδοχές για το σύνολο των εργαζομένων.

«Δυνάμει καπιταλιστικές σχέσεις» δεν μπορούν να υπάρχουν χωρίς ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, χωρίς εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Σε περίπτωση που υπήρχε αναθεώρηση των κομμουνιστικών ιδανικών από τον καθοδηγητικό φορέα της κοινωνίας, η παλλαϊκή ιδιοκτησία δε θα είχε ξεπεράσει το 1975 το 90%, έχοντας περιορίσει την άλλη μορφή της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας, τη συνεταιριστική, σε ποσοστά κάτω του 10%, ενώ τη δεκαετία του ‘50 ξεπερνούσε το 20-25%.

Για τα κολχόζ

Στο σχετικό άρθρο του Λένιν «για τους συνεταιρισμούς», το 1923, τονίζεται ότι «όταν οργανωθεί όλος ο πληθυσμός σε συνεταιρισμούς, θα στεκόμαστε ήδη και με τα δυο πόδια μας σε σοσιαλιστικό έδαφος». Αυτό έκανε το ΚΚΣΕ, με την κολεκτιβοποίηση, επιμένοντας και δίνοντας σφοδρότατη μάχη με τις αντιδραστικές και αντεπαναστατικές δυνάμεις, για την ανάπτυξη των συνεταιρισμών ως οικονομική μονάδα, που, όπως έλεγε ο Στάλιν, είναι απόλυτα ενταγμένη στο σύστημα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Δεν έμειναν όμως εκεί. Στην πορεία, επειδή η συνεταιριστικής μορφής ιδιοκτησία και η κολχόζνικη οργάνωση της παραγωγής, αν και αποτελεί μορφή σοσιαλιστικής παραγωγής δεν είναι κοινωνικοποιημένη στο βαθμό που είναι ο κρατικός τομέας της οικονομίας, στις αρχές της δεκαετίας του ‘50, αποφασίστηκε, με προτροπή του Στάλιν, η λήψη μέτρων για την ακόμα μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση των κολχόζ. Αυτό έκανε το ΚΚΣΕ. Ειδικά μετά το θάνατο του Στάλιν, όταν είχαν αρχίσει να ωριμάζουν και οι υλικοτεχνικές συνθήκες. Με πολιτικές αποφάσεις και με την πρωτοπόρα δράση των κομμουνιστών – σε αντίθεση με τα όσα λέγονται στη θέση 19 – ξεδιπλώθηκε ένα μαζικό κίνημα συνένωσης-συγχώνευσης των κολχόζ και συγκρότησης μεγάλων οικονομικών μονάδων, που προσέγγιζαν ακόμα περισσότερο τον κοινωνικοποιημένο τομέα της κοινωνίας. Ενα στοιχείο: Το 1928 στο κάθε κολχόζ απασχολούνταν κατά μέσο όρο 13 οικογένειες. Το 1950 ήταν 160 και ήδη το 1974 ανά κολχόζ απασχολούνταν, κατά μέσο όρο, 439 οικογένειες.

Στο 3ο Πρόγραμμα του ΚΚΣΕ, του 1961, τονίζεται ότι «η οικονομική άνθηση των κολχόζ θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη σταδιακή προσέγγιση και προοπτικά τη συγχώνευση της κολχόζνικης ιδιοκτησίας με την παλλαϊκή και ενιαία κομμουνιστική ιδιοκτησία», απόδειξη ότι ουδέποτε το ΚΚΣΕ παραμέρισε το στόχο της ενσωμάτωσης των κολχόζ στον παλλαϊκό τομέα. Και αυτό δεν ήταν λόγια. Τα χρόνια που ακολούθησαν όλα τα μεγέθη που αφορούσαν τα κολχόζ (αριθμός εργαζομένων, καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης κλπ.) συνεχώς μειώνονταν, ενώ τα αντίστοιχα μεγέθη του κρατικού τομέα στην αγροτική παραγωγή, των σοβχόζ, συνεχώς αυξάνονταν.

Αργότερα, τη δεκαετία του ‘60 επισημάνθηκε ότι οι σχέσεις των κολχόζ με το κράτος θα έπρεπε να γίνουν ακόμα πιο συνεκτικές και ο κεντρικός σχεδιασμός να έχει ακόμα πιο αποφασιστικό ρόλο στον προσδιορισμό και στη συγκέντρωση της κολχόζνικης παραγωγής. Τότε υιοθετήθηκαν συγκεκριμένα προγράμματα – πλάνα υποχρεωτικής παράδοσης προϊόντων, ενταγμένα στο κεντρικό πεντάχρονο πλάνο της χώρας. Επιπλέον, όπως τονίζεται και στο 26ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, «τα κολχόζ και τα σοβχόζ, πρέπει να έχουν ενιαίο πεντάχρονο πλάνο συγκέντρωσης αγροτικών προϊόντων, με ετήσιο καταμερισμό», ενώ το σύστημα κινήτρων για τα νοικοκυριά υπολογίζεται στην περίπτωση που «παραδίνουν περισσότερα προϊόντα από το μέσο ετήσιο επίπεδο της προηγούμενης πενταετίας».

Τη δεκαετία του ‘70, βάσει του κεντρικού σχεδιασμού εκπονήθηκαν (σε επίπεδο κοινωνίας) προγράμματα δημιουργίας αγροτοβιομηχανικών μονάδων, στις οποίες συμμετείχαν κολχόζ, σοβχόζ και βιομηχανίες, που ως ολόκληρα συμπλέγματα ανήκαν πλέον στο κράτος. Αλλά και σε επίπεδο κολχόζ, προωθήθηκε η παραπέρα κοινωνικοποίησή τους, με τη δημιουργία ενιαίου κεντρικού συστήματος διοίκησης όλων των κολχόζ της χώρας, με το πέρασμα από την εργατομέρα των κολχόζνικων στην εγγυημένη αμοιβή τους με βάση συγκεκριμένους μισθούς, με τη μείωση του ρόλου των ατομικών βοηθητικών νοικοκυριών.

Δεν υποστηρίζω ότι όλα ήταν καλώς καμωμένα, ούτε ότι δεν υπήρχαν λάθη, ελλείψεις και προβλήματα και στον πολιτικό και στον ιδεολογικό και στον τομέα των παραγωγικών σχέσεων. Πιστεύω όμως οι πολιτικές επιλογές του ΚΚΣΕ, στο θέμα του κεντρικού σχεδιασμού και η στάση του Κόμματος απέναντι στα κολχόζ, ήταν – μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ‘80 – επιλογές που είχαν σαφή λογική και συγκεκριμένη συνέχεια -συνέπεια, από τις μέρες της Οχτωβριανής Επανάστασης μέχρι και την εμφάνιση της ψευτοπερεστρόικας.

Γιώργος Κακουλίδης
ΚΟΒ Ριζοσπάστη
Ορισμένες παρατηρήσεις στο κείμενο για το σοσιαλισμό

Η μελέτη της ιστορίας και της πείρας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τον 20ό αιώνα στην ΕΣΣΔ που το κόμμα μας άρχισε και προχωρεί είναι μια πολύ σημαντική όσο και δύσκολη και με πολλές απαιτήσεις προσπάθεια. Στα περιοριστικά πλαίσια που θέτει ο προσυνεδριακός διάλογος θα θέσω δύο – τρεις βασικές παρατηρήσεις, ανάμεσα στα πολλά που μπορούν να γραφούν.

1. «Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι έρχονται σε καθορισμένες αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους σχέσεις παραγωγής που αντιστοιχούν σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων». Αρα η σχέση που διέπει τις σχέσεις παραγωγής και τις παραγωγικές δυνάμεις είναι μια σχέση διαλεκτική. Οι σχέσεις παραγωγής δεν καθορίζονται βουλησιαρχικά, αλλά αντιστοιχούν στο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Σε οικονομίες και κοινωνίες με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και αντίστοιχα χαμηλής συγκέντρωσής τους, όπου υπάρχουν εκτεταμένα μικροαστικά στρώματα και μικροϊδιοκτήτες, η μορφή των σχέσεων παραγωγής που προωθεί η επαναστατική εξουσία είναι ο συνεταιρισμός και ιδιαίτερα στο χωριό ο παραγωγικός συνεταιρισμός. Ο συνεταιρισμός είναι σαφώς σοσιαλιστική σχέση και όχι κάτι μισοσοσιαλιστικό, μισοκαπιταλιστικό όπως συχνά ακούγεται και στις γραμμές μας, θα ξεπεραστεί στον κομμουνισμό, η κίνηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας με την καθοδήγηση της επαναστατικής εξουσίας θα πρέπει να οδηγεί στο ξεπέρασμά του. Η διαδικασία όμως αυτή έχει ορισμένες προϋποθέσεις και περιορισμούς που σχετίζονται με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τη διαμόρφωση της συνείδησης των εργαζομένων του τμήματος αυτού της παραγωγής.

Το κείμενο της Κεντρικής Επιτροπής αναφέρει ότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 «τα προβλήματα στο επίπεδο της οικονομίας ήταν η εκδήλωση της όξυνση της αντίθεσης ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής που καθυστερούσαν» και την ανάγκη «μετατροπής της συνεταιριστικής ιδιοκτησίας σε κοινωνική».

Η εξέλιξη των σχέσεων παραγωγής στην αγροτική οικονομία της ΕΣΣΔ ποτέ δε σταμάτησε. Ενώ το 1950 οι συνεταιρισμοί (κολχόζ) ήταν 237.000, τη δεκαετία του 60 μειώθηκαν 6 έως 7 φορές και το 1981 αριθμούσαν μόλις 26 χιλιάδες. Αντίθετα, τα σοβχόζ από τέσσερις χιλιάδες το 1940 αυξήθηκαν σε 12.000 το 1965 και 21.000 το 1981, κυρίως λόγω της μετατροπής συνεταιρισμών σε σοβχόζ με απόφαση των γενικών συνελεύσεων των μελών τους.

Μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί καμιά μελέτη που να αποδεικνύει ότι ο συνεταιρισμός στην αγροτική οικονομία εμπόδιζε την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων από το 1950 ακόμη, αντίθετα υπάρχουν πολλά στοιχεία που υπογραμμίζουν την καθυστέρηση των παραγωγικών δυνάμεων στον τομέα αυτό, παρά τη μεγάλη πρόοδο που συντελέστηκε. Ο Ι. Στάλιν το 1952 έγραφε: «Μερικοί σύντροφοι νομίζουν ότι είναι απαραίτητο να εθνικοποιήσουμε απλώς την κολχόζνικη ιδιοκτησία κηρύσσοντάς την κοινωνική ιδιοκτησία, όπως κάναμε την κατάλληλη εποχή με την καπιταλιστική ιδιοκτησία. Η πρόταση αυτή είναι εντελώς λαθεμένη». Και αφού τόνιζε την αναγκαιότητα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αύξησης των επενδύσεων ώστε να εισαχθεί σύγχρονη τεχνολογία και επιστημονική στήριξη, θέτει την αναγκαιότητα του περιορισμού της εμπορευματικής κυκλοφορίας και την ανάγκη να οργανωθεί η ανταλλαγή μεταξύ σοσιαλιστικής βιομηχανίας και συνεταιρισμών, να δημιουργηθεί ένα πλατύ σύστημα ανταλλαγής προϊόντων μεταξύ τους ώστε να μειωθούν οι εμπορευματικές σχέσεις. Αυτό όμως, όπως επισημαίνει, προϋποθέτει μια τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και μεγάλη επάρκεια προϊόντων, πράγμα που τότε δεν υπήρχε. Ενα τέτοιο σύστημα ανταλλαγής γράφει, θα διευκόλυνε το πέρασμα από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό. Ασφαλώς πρέπει να συντρέχουν και μια σειρά άλλοι λόγοι για ένα τέτοιο πέρασμα.

Ενδεικτικά όμως είναι και ορισμένα στοιχεία για την αγροτική οικονομία που έδωσε η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΣΕ το 1982, όπου παρά τα 30 χρόνια που μεσολάβησαν από την τοποθέτηση αυτή του Στάλιν και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, οι καθυστερήσεις ήταν μεγάλες.

Σε μια σειρά κρίσιμους για τη διατροφή του λαού τομείς λαχανικά, κρέας, αβγά, γαλακτοκομικά οι συνεταιρισμοί παρήγαγαν από 28% ως 34% της παραγωγής και τα ατομικά νοικοκυριά από 29% ως 34%. Παλαιότερα τα ποσοστά αυτά ήταν πιο ψηλά. Αν καταργούνταν, με ποιο τρόπο θα αντικαθιστούσε η σοβιετική εξουσία τα προϊόντα αυτά; Τα σοβχόζ παρά τις πολύ μεγαλύτερες τεχνικές και υλικές δυνατότητές τους δεν είχαν σημαντικά μεγαλύτερη παραγωγικότητα της εργασίας από τους συνεταιρισμούς. Την ανεπάρκεια της παραγωγής αγροτικών προϊόντων επιδείνωνε πολύ η ανορθολογική αξιοποίηση τους, συνέπεια της ανεπάρκειας των υποδομών. Το ΚΚΣΕ τόνιζε την ανάγκη γρήγορης κάλυψης της αγροτικής οικονομίας με κάθε είδους μεταφορικά μέσα, αυτοκίνητα και βαγόνια ψυγεία, την κατασκευή αυτοκινητοδρόμων, επενδύσεις στην κατασκευή αποθηκών, ψυκτικών θαλάμων και παράλληλα την επιτάχυνση της ανάπτυξης της επισιτιστικής βιομηχανίας. Η καθυστέρηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων είναι εμφανής. Ωστόσο όμως, είναι μεγάλη αλήθεια ότι από τη δεκαετία του 1960 επιταχύνθηκαν τα μέτρα αύξησης του εμπορίου από τους συνεταιρισμούς και τους ατομικούς παραγωγούς καθώς και τα σοβχόζ που προηγουμένως δεν είχαν τέτοιο δικαίωμα, γεγονός που ακύρωνε την πορεία προς την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής.

2. «Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο παράγοντας που σε τελευταία ανάλυση την καθορίζει, είναι η παραγωγή και αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Η οικονομική κατάσταση είναι η βάση, αλλά τα διάφορα στοιχεία του εποικοδομήματος, πολιτικές μορφές της ταξικής πάλης και οι συνέπειες της, θεσμοί, μορφές δικαίου και ειδικά οι αντανακλάσεις των πραγματικών αγώνων στο μυαλό των μετεχόντων, ασκούν επίσης την επίδραση τους στην πορεία των ιστορικών αγώνων και σε πολλές περιπτώσεις καθορίζουν τη μορφή τους με τρόπο κυριαρχικό».

Το εποικοδόμημα και ειδικά η συνείδηση των ανθρώπων καθορίζονται από το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, οικονομία, τεχνολογία, πολιτισμική παράδοση. Η αντανάκλαση στο εποικοδόμημα και τη συνείδηση των ανθρώπων των αλλαγών στη βάση γίνεται με καθυστέρηση και κυρίως όχι αυτόματα. Το εποικοδόμημα επιδρά αναδραστικά στη βάση διευκολύνοντας ή παρεμποδίζοντας την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Το κείμενο αντιμετωπίζει τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, τη συνείδηση και δράση των μαζών σχεδόν μονοσήμαντα από τη σκοπιά της οικονομικής βάσης και ιδιαίτερα της αντίθεσης των αναπτυσσόμενων παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής που καθυστερούν. Κατά αυτόν όμως τον τρόπο δεν είναι δυνατή η ολοκληρωμένη, πολύπλευρη και ορθή εξέτασή τους και η απάντηση στα ζητήματα που τίθενται ενέχει τον κίνδυνο για μονομέρειες και λάθη. Είναι αναγκαία η επιστημονική μελέτη όλων των τομέων της οικοδόμησης και όλων των περιόδων και ο συνυπολογισμός όλων των παραγόντων που επιδρούν.

3. Για την κατανομή του προϊόντος των κοινωνικών επιχειρήσεων το κείμενο θέτει ως κριτήριο το χρόνο εργασίας, διαφοροποιώντας το πρόγραμμα του κόμματος που έθετε την ποσότητα και την ποιότητά της. Η τροποποίηση αυτή είναι πολύ σοβαρή και έρχεται σε αντίθεση με τους κλασικούς, αλλά και την πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ.

Αναφερόμενος στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας ο Μαρξ γράφει ότι: «Πρόκειται για μια κομμουνιστική κοινωνία που δεν έχει εξελιχθεί πάνω στη δική της βάση και… από κάθε άποψη είναι γεμάτη από τα σημάδια οικονομικά, ηθικά, πνευματικά της παλιάς κοινωνίας» και στη συνέχεια ότι «το δίκαιο δεν μπορεί ποτέ να είναι ανώτερο από την οικονομική διαμόρφωση και την καθορισμένη από αυτήν εκπολιτιστική ανάπτυξη της κοινωνίας». Και ο Ενγκελς «το πραγματικό περιεχόμενο του προλεταριακού αιτήματος για ισότητα είναι το αίτημα της κατάργησης των τάξεων. Το κάθε αίτημα που πάει πιο πέρα από αυτό, καταλήγει αναγκαστικά στο παράλογο».

Είναι όμως ενδεικτική και η πείρα σοσιαλιστικής οικοδόμησης, την οποία το κείμενο μας δεν παίρνει υπόψη. Ο Στάλιν το 1931 ακόμη ανέφερε: «Στις επιχειρήσεις μας εξακολουθούμε να έχουμε τη λεγόμενη ρευστότητα της εργατικής δύναμης, η οποία δυναμώνει αντί να εξαφανίζεται. Σε ένα εξάμηνο ή και σε ένα τρίμηνο αλλάζει το εργατικό προσωπικό κατά 30% έως 40%». Ως αιτία εντοπίζει «το λαθεμένο μισθολογικό σύστημα, την “αριστερίζουσα” ισοπέδωση στον τομέα του μεροκάματου, που εξαφανίζει σχεδόν τη διαφορά ανάμεσα στην ειδικευμένη και την ανειδίκευτη δουλειά, τη βαριά και την ελαφριά δουλειά. Η ισοπέδωση έχει σαν αποτέλεσμα να μην ενδιαφέρεται ο ανειδίκευτος εργάτης να περάσει στην κατηγορία του ειδικευμένου, να του λείπει η προοπτική να τραβήξει μπροστά» και προτείνει «για να εξαλείψουμε αυτό το κακό, πρέπει να εξαλείψουμε την ισοπέδωση, να καταργήσουμε το παλιό μισθολογικό σύστημα…»

Η θέση λοιπόν για κατανομή του προϊόντος με βάση το χρόνο εργασίας είναι θέση που δεν ανταποκρίνεται στην πρώτη φάση οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας, στο σοσιαλισμό, από άποψη οικονομική και από άποψη της διαμορφωμένης συνείδησης της εργατικής τάξης, η οποία όπως και το κείμενό μας γράφει, δεν έχει «κομμουνιστική στάση» ακόμη, απέναντι στην εργασία. Φυσικά δεν είναι δυνατόν το υλικό αποτέλεσμα της εργασίας να είναι το μοναδικό κριτήριο των αποδοχών, όπως επίσης ότι είναι αναγκαία η σύγκλισή τους στην πορεία. Είναι ανάγκη στο κείμενο η θέση αυτή να αντικατασταθεί με τη θέση που περιέχει το πρόγραμμα του κόμματος, «στον καθένα ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας του»

Γεράσιμος Αραβανής

Για την αναζωογόνηση του οράματος του σοσιαλισμού

Η συλλογική προσπάθεια που καταβάλλουμε για την εμβάθυνση στα αίτια ανατροπής των σοσιαλιστικών κρατών είναι, νομίζω, αξιόλογη. Το κείμενο που συζητάμε μόνο σαν συνέχεια και συμπλήρωμα των επεξεργασιών της πανελλαδικής συνδιάσκεψης του 1995 μπορεί να κατανοηθεί και αυτό έχει εξέχουσα σημασία για να μην οδηγηθούμε σε μονομερείς προσεγγίσεις. Θα ήθελα να συμβάλω στους προβληματισμούς του Κόμματος με τις ακόλουθες σκέψεις.

1. Πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εμβαθύνουμε περισσότερο στις αιτίες που οδήγησαν στις λαθεμένες οικονομικές πολιτικές που άνοιξαν με τη σειρά τους το δρόμο στην ενδυνάμωση των εμπορευματικών σχέσεων και, προοπτικά, στην ανατροπή του σοσιαλισμού.

Υπήρξαν βέβαια ιδεολογικές αιτίες όπως αυτές που επισημαίνονται στη θέση 22. Νομίζω όμως ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος ιδεαλιστικής ερμηνείας αν μείνουμε μόνο στην αναζήτηση των ιδεολογικών αιτιών. Οι ιδεολογικές αδυναμίες και παρεκκλίσεις, παρά το γεγονός ότι η ιδεολογία έχει τη σχετική της αυτοτέλεια, έχουν ωστόσο υλική βάση και εξήγηση. Γιατί πώς αλλιώς θα εξηγηθεί το ότι οι λαθεμένες οικονομικές αποφάσεις και οι ιδεολογικές παρεκκλίσεις δε διορθώθηκαν;

Εδώ πρέπει να προστρέξουμε σε μια σειρά παραγόντων που επέδρασαν, πολλούς από τους οποίους έχουμε εντοπίσει ήδη στο κείμενο του 1995. Καθοριστικής σημασίας νομίζω πως είναι, τόσο από την άποψη της ιστορικής εμπειρίας, όσο και από την άποψη των διδαγμάτων για το μέλλον, η σχέση του κόμματος με την εργατική τάξη και το λαό και η σχέση της ηγεσίας με τη βάση.

Ιδιαίτερες αντικειμενικές δυσκολίες, όπως η καπιταλιστική περικύκλωση και επιθετικότητα, το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στη Ρωσία, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του λαού οδήγησαν, μεταξύ άλλων, στην ανάγκη ενός υπερβολικού συγκεντρωτισμού προκειμένου να μπορέσει το νεαρό επαναστατικό κράτος να επιβιώσει.

Η αναγκαία αυτή συγκέντρωση της εξουσίας δημιούργησε μη ηθελημένες παρενέργειες. Για αυτές μίλησαν οι ίδιοι οι σοβιετικοί ιθύνοντες, από τον Λένιν ξεκινώντας. Η εισήγηση του Ζντάνοφ που δημοσιεύτηκε στο τεύχ. 4/2008 της ΚΟΜΕΠ είναι επίσης χαρακτηριστική των προβλημάτων και των κινδύνων γραφειοκρατικής απόσπασης της ηγεσίας από τη λαϊκή βάση. Η εισήγηση εκφράζει πρόδηλη αγωνία για φαινόμενα εκφυλιστικά της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, ανεξάρτητα αν τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίλυση των προβλημάτων (Σύνταγμα του 1936 κλπ.), αποδείχτηκαν αποτελεσματικά ή όχι.

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση, η πορεία προς τον κομμουνισμό είναι, ανάμεσα στα άλλα, η διαδικασία υπέρβασης του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, η διαδικασία εξάλειψης της αντίθεσης χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, εξάλειψης του διαχωρισμού σε διευθύνοντες και διευθυνόμενους. Η πορεία αυτή έχει στόχο «όλοι να μάθουν να διοικούν και πραγματικά θα διοικούν μόνοι τους την κοινωνική παραγωγή» (Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σ. 102).

Μέχρι όμως να υπάρξουν οι υλικές, πνευματικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο, υπάρχει ο κίνδυνος αυτονόμησης αυτών που ασκούν τη διοίκηση. Οι τελευταίοι μπορεί να λαμβάνουν λαθεμένες αποφάσεις στο όνομα των συμφερόντων της εργατικής τάξης και, ακόμη χειρότερα, να λαμβάνουν από το κοινωνικό προϊόν μεγαλύτερο μέρος από αυτό που δικαιούνται, εξασφαλίζοντας παχυλούς μισθούς και προνομιακή μεταχείριση. Αυτός ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο τα ανώτατα διευθυντικά στελέχη της οικονομίας αλλά και της πολιτικής. Δεν αφορά μόνο τους διευθυντές των εργοστασίων αλλά την ίδια την ηγεσία του κυβερνώντος κομμουνιστικού κόμματος, όπως έδειξε η ιστορική εμπειρία.

2. Καθοριστική επομένως σημασία έχει η ολοένα και πλατύτερη και ουσιαστικότερη λαϊκή συμμετοχή στη λήψη όλων των αποφάσεων, τοπικών και κεντρικών, καθώς και ο έλεγχος εφαρμογής των αποφάσεων και των δημόσιων λειτουργών όλων των επιπέδων. Το κριτήριο του λαού (χωρίς να υποτιμάται ο ρόλος της ιδεολογικο-πολιτικής πρωτοπορίας και της επιστήμης) μπορεί να προφυλάξει από πολλές κακοτοπιές, μπορεί να βοηθήσει στην ανάδειξη προβλημάτων και κινδύνων, μπορεί να αποτρέψει τους ηγέτες από την υποβόσκουσα συχνά αλαζονεία.

Εξάλλου, η λαϊκή συμμετοχή, το αίσθημα ότι λαμβάνεις ουσιαστικά μέρος στις αποφάσεις είναι το βασικό κίνητρο στο σοσιαλισμό για την άνοδο της παραγωγικότητας. Ακόμη και οι αναγκαίες, σε διάφορες φάσεις, θυσίες μπορούν να γίνουν μόνο αν ο ίδιος ο λαός πειστεί και αποφασίσει γι’ αυτές με δημοκρατικές διαδικασίες, συνελεύσεις, στους χώρους δουλειάς και διαβίωσης.

3. Συναφές είναι το ζήτημα της τήρησης της σοσιαλιστικής νομιμότητας, των δημοκρατικών διαδικασιών της σοσιαλιστικής δημοκρατίας και των νόμων από όλους ανεξαιρέτως. Η τήρηση της νομιμότητας είναι όπλο ενάντια στην αντεπανάσταση αλλά και όπλο στις υποκειμενικές αυθαιρεσίες. Αποτελεί προστασία της εργατικής τάξης έναντι της πιθανής γραφειοκρατικής απόσπασης της ηγεσίας ή των οργάνων καταστολής. Στη λογική αυτή, ο Λένιν πρότεινε να τιμωρούνται από τα σοσιαλιστικά δικαστήρια αυστηρότερα οι κομμουνιστές που παραβιάζουν τους νόμους («Απαντα», τ. 45, σ. 53).

4. Εχει σημασία να υπογραμμίσουμε ότι όχι μόνο δεν ωραιοποιούμε τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες αλλά ότι θα συνεχίσουμε να έχουμε ανοιχτό το μέτωπο στο μηδενισμό, όποιες μορφές και αν λαμβάνει. Με αυτή την έννοια, πρέπει πιο καθαρά να προασπίσουμε την προσφορά της ΕΣΣΔ και των πρώην σοσιαλιστικών κρατών και μετά το 1956, ανεξάρτητα από τον εντοπισμό των προβλημάτων που οδήγησαν στην ανατροπή. Δεν μπορούμε να μην υπογραμμίζουμε τα επιτεύγματα αλλά και την ανιδιοτελή, διεθνιστική βοήθεια στις επαναστάσεις στο Βιετνάμ, στην Κούβα, στην Αφρική, στην Ασία, στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, στο κίνημα των Αδεσμεύτων.

5. Παράλληλα, έχει σημασία να αποφύγουμε τυχόν υπερβολές. Πραγματικά, κατά την περίοδο Χρουστσόφ ιδιαίτερα, ο τρόπος εφαρμογής της πολιτικής της ειρηνικής συνύπαρξης οδήγησε σε επιμέρους εσφαλμένες τοποθετήσεις. Ομως την ίδια περίοδο, δόθηκε αποφασιστική, όχι μόνο ηθική και διπλωματική, αλλά υλική βοήθεια σε δεκάδες επαναστατημένους λαούς, αντιμετωπίστηκε ο ιμπεριαλισμός με σθένος όπως στην περίπτωση της κρίσης των πυραύλων στην Κούβα, παρά τις όποιες αδυναμίες επισημαίνουν ορθά οι σύντροφοι Κουβανοί.

Πολύ περισσότερο, είναι εντελώς αστήρικτος και συκοφαντικός ο χαρακτηρισμός της ΕΣΣΔ ως σοσιαλιμπεριαλιστικής. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τους μαοϊκούς και το καθεστώς του Ενβέρ Χότζα και δε νομίζω ότι ταιριάζει να επανερχόμαστε σε αυτόν όπως συνέβη σε ένα κείμενο του διαλόγου.

Η πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης, και ο ίδιος ο όρος, είναι δημιούργημα του Λένιν (βλ. π.χ. «Απαντα» τ. 40, σ. 145, τ. 41, σ. 133) ο οποίος υπογράμμιζε την ανάγκη αγώνα για αποτροπή του πολέμου ανάμεσα στα δύο κοινωνικο-κρατικά συστήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει την υποστολή της ταξικής πάλης ή την παραγνώριση του γεγονότος ότι η διπλωματία και η διπλωματική γλώσσα δεν μπορεί να ταυτίζεται πλήρως με την ιδεολογική αντιπαράθεση (βλ. π.χ. τις οδηγίες προς τους διπλωματικούς αντιπροσώπους στη διάσκεψη της Γένοβα το 1922, όπου έλεγε πως «είναι αυτονόητο πως δεν πάμε στη Γένοβα σαν κομμουνιστές, αλλά σαν έμποροι», «Απαντα», τ. 45, σ. 34 – 40, 63, 70).

«Ειρηνική συνύπαρξη των κρατών δε σημαίνει, όπως ισχυρίζονται οι ρεβιζιονιστές, παραίτηση από την ταξική πάλη. Η συνύπαρξη κρατών με διαφορετικό κοινωνικό καθεστώς είναι μια μορφή ταξικής πάλης» (υλικά της διεθνούς διάσκεψης κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων του 1960, Αθήναι 1960, σ. 30).

6. Οι αναφορές στη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος (θέση 27) πρέπει, και εδώ νομίζω συμφωνούμε όλοι, να διευκρινίζουν ότι η όποια ιστορική μελέτη και αναζήτηση λαθεμένων επιλογών δε θα αμφισβητεί τα θεμέλια του κομμουνιστικού κινήματος όπως αυτά εγγράφηκαν στις αποφάσεις της Διεθνούς (1ο, 2ο, 3ο, και 4ο Συνέδριο) με την αποφασιστική συμβολή και σφραγίδα του Λένιν. Πρέπει, επίσης, να μην υποτιμήσουμε την ιστορική σημασία των επόμενων συνεδρίων και ιδίως του 7ου που, με την αποφασιστική συμβολή του Στάλιν και του Δημητρώφ, έδωσε τη δυνατότητα στα ΚΚ να βγουν από την απομόνωση και να γίνουν μαζικά επαναστατικά κόμματα, να αναπτύξουν κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες που ανταποκρίνονταν στις ανάγκες της εποχής. Τυχόν λάθη εφαρμογής, που σίγουρα έγιναν από διάφορα κόμματα, δεν μπορούν να βαρύνουν τη Διεθνή.

Είμαι βέβαιος, και αισιόδοξος, ότι η συζήτηση θα μας οδηγήσει σε ακόμη περισσότερο άρτιες επεξεργασίες.

Δημήτρης Καλτσώνης
Θέσεις για το Σοσιαλισμό

Ως τέκνο πολιτικών προσφύγων που γεννήθηκα, μεγάλωσα, σπούδασα και εργάστηκα στη φιλόξενη Τσεχοσλοβακία, όπου εγκαταστάθηκαν χιλιάδες Ελληνες μετά την ήττα του ΔΣΕ στον εμφύλιο πόλεμο θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό. Μια χώρα, αλλά και οι άλλες Λαϊκές Δημοκρατίες, όπου μας αγκάλιασαν με στοργή, αγάπη και θαυμασμό. Μας παρείχαν όλα τα αναγκαία, απαραίτητα εφόδια, για να ξεκινήσουν οι γονείς μας μια καινούργια ζωή.

Γρήγορα προσαρμόστηκαν. Οι ανάγκες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μεγάλες! Οι περισσότεροι πήγαν να εργαστούν σε βαριά βιομηχανία και οικοδομή! Για πρώτη φορά όμως δουλεύανε 8ωρο, 6ήμερο και από τα μέσα του 1960 5ήμερο! Επίσης, το κράτος τούς παρείχε πλήρη ιατροφαρμακευτική κάλυψη, σταθερό μισθό, οι γέροι και οι ανάπηροι συνταξιοδοτήθηκαν! Ζούσανε σε σπίτια με κεντρική θέρμανση, ζεστό νερό χειμώνα – καλοκαίρι, φυσικό αέριο για μαγείρεμα. Πράγματα πρωτόγνωρα για τους έλληνες!!! Εμείς, τα παιδιά που γεννηθήκαμε σ’ αυτές τις χώρες, ενσωματωθήκαμε και προσαρμοστήκαμε πιο εύκολα στις νέες συνθήκες! Πηγαίναμε κανονικά από προσχολική αγωγή έως πανεπιστήμιο με πλήρη δικαιώματα όπως οι πολίτες των χωρών αυτών. Μέσα στα σχολεία, στις φοιτητικές εστίες μάς παρείχαν δωρεάν γεύματα. Λειτουργούσε ολοήμερο σχολείο. Γενικά οι παροχές ήταν εξαιρετικές!!!

Δε γνωρίσαμε πείνα, φτώχεια, μπαλωμένα παντελόνια. Δε χρειαζόταν καμιά ΜΚΟ, Εκκλησία ή Δήμος, για όλα φρόντιζε το σοσιαλιστικό κράτος.

Μεγαλώνοντας τα θεωρούσαμε όλα δεδομένα και υποχρέωση του κράτους. Είχαμε γνώμη για όλα, αλλά όχι γνώση! Επηρεαζόμασταν από τους μεγαλύτερους, ακούγαμε διαφορετικές απόψεις για τον σοσιαλισμό, σημαδεύοντάς μας αρνητικά! Ιδίως μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ και την «εισβολή» του Συμφώνου της Βαρσοβίας το 1968, όπως τη βάφτισαν οι οπορτουνιστικές δυνάμεις, τα πράγματα χειροτέρεψαν. Παρασυρόμασταν από τα «επιτεύγματα» της Δύσης σε ΙΧ, ρούχα κλπ. Δηλαδή παρασυρόμασταν από τη βιτρίνα! Εδώ νομίζω είναι το κλειδί. Η έλλειψη (μάλλον σκοπιμότητα) της σωστής προπαγάνδας και εκλαΐκευσης της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Κατηγορούμε – σωστά – τα ιδιωτικά ΜΜΕ ότι δε μας προβάλλουν. Εμείς είχαμε όλα τα ΜΜΕ στα χέρια μας και χωρίς αντίπαλο, δεν περάσαμε την ανώτερη ιδεολογία για την οποία δώσανε τη ζωή τους εκατομμύρια κομμουνιστές. Κατά την άποψή μου αυτό οφείλεται στις συνεχείς διαφωνίες για το τι Σοσιαλισμό θέλουμε. Ο ίδιος ο «δικτάτορας» και «σφαγέας» Στάλιν επέτρεψε τη συζήτηση για σχεδόν 30 χρόνια! Τι ειρωνεία… πόσο δικτάτορας μπορεί να είναι κάποιος που επί σειρά ετών συζητάει με τους αντίπαλους του; Αυτό συνεχίστηκε και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδίως μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ.

Οι καπιταλιστικές χώρες είχαν ένα σωρό ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς: ΝΑΤΟ, ΕΟΚ, ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΑΣΑ, παρουσιαζόταν «ενιαίος» με έναν και μοναδικό σκοπό, την εδραίωσή του, καταπολέμηση της κάθε απόπειρας ανατροπής του. Απεναντίας το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα δεν μπόρεσε ποτέ να βρει την ίδια «Γλώσσα». Το αποδεικνύουν οι μεγάλες διαφορές στην Α, Β, Γ Διεθνή. Κυρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο διαφορετικές στάσεις των ΚΚ της Δυτικής Ευρώπης, της Αλβανίας, της Κίνας και της Λατινικής Αμερικής. Δεν υπήρχε ένα Διεθνές «Standart», παρ’ όλο που γίνεται προσπάθεια, λείπει ένα διεθνές καθοδηγητικό κομμουνιστικό όργανο.

Δεν αναπτύχθηκε σοβαρά η θεωρία του Λένιν για τις «Ηνωμένες Πολιτείες Ευρώπης των λαών». Μετά τη συγκρότηση του ΣΟΑ, τα σοσιαλιστικά κράτη έκαναν προσπάθεια να αναπτύξουν συνεργασία και οικονομικές σχέσεις. Ομως υπήρχε μεγάλη ανισομετρική ανάπτυξη στις χώρες αυτές. Διαφορετικό το βιοτικό επίπεδο στην Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, ΓΛΔ και διαφορετικό στη ΒΛΔ, ΡΛΔ! Παρ’ όλη τη συνεργασία, το κάθε σοσιαλιστικό κράτος εμπορευόταν με τη Δύση ξεχωριστά! Εδινε στον αντίπαλο την ευκαιρία να διαλέγει ποιον θα στηρίζει περισσότερο. Υπήρχε όμως και διαφορετικός σοσιαλισμός. Διαφορετικός στην Πολωνία, Ουγγαρία που επιτρεπόταν η ιδιωτική πρωτοβουλία στον αγροτικό τομέα, ενώ στην Τσεχοσλοβακία, ΣΕ και ΓΛΔ, ΟΧΙ! Ηρθε και η πλήρης απομόνωση της Αλβανίας και Κίνας που βάδιζαν το δικό τους δρόμο, πολλές ήττες στο διεθνές απελευθερωτικό κίνημα, διαφορετικές στάσεις των «Ευρωκομμουνιστών» και έτσι συσσωρευόταν η απογοήτευση στις τάξεις των κομμουνιστών.

Μετά τις μεταρρυθμίσεις στις εμπορευματοοικονομικές σχέσεις και ειδικά τα λεγόμενα «πριμ» η κατάσταση χειροτέρευε. Για να πάρεις πριμ έπρεπε να καλύψει το εργοστάσιο το πλάνο! Πολλές φορές αυτό γινόταν στα χαρτιά. Συγχρόνως, δημιουργούσε μια απάθεια στα ηγετικά στελέχη, γιατί έπαιρναν υπερβολικά πολλά πριμ σε σχέση με τους εργάτες. Δημιουργούσαν μια «αστική τάξη» μέσα στο Κόμμα. Χανόταν ο έλεγχος της εργατικής τάξης ή επαναστατικότητά της. Αυτό το εκμεταλλεύτηκαν τα οπορτουνιστικά στελέχη που σιγά – σιγά αναρριχήθηκαν σε ηγετικές μορφές του ΚΚ καλλιεργόταν αυταπάτη ότι όλα πάνε καλά, ο κόσμος τα έβλεπε, αλλά δεν αντιδρούσε. Οι συνελεύσεις στα εργοστάσια είχαν διαδικαστικό χαρακτήρα.

Υπήρχαν πολλά επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα π.χ. η Τσεχοσλοβακία ήταν κορυφή στα κλωστοϋφαντουργικά μηχανήματα, τρακτέρ, τρένα, μοτοσικλέτες, φορτηγά, Ι.Χ SKODA, αλλά έλειπε το «DESING» και έτσι ο κόσμος παρασυρόταν από του δυτικού τύπου προϊόντα, θεωρώντας τα καλύτερα. Ενώ φαινότανε ελλείψεις σε ορισμένα προϊόντα κατά τη διάρκεια της Σοσιαλιστικής Οικοδόμησης, την επόμενη μέρα μετά την αντεπανάσταση – παλινόρθωση, ξαφνικά όλα τα μαγαζιά γέμισαν όλων των ειδών τα προϊόντα! Αυτό είναι ένα δείγμα πώς λειτουργούσαν και τι επιδίωκαν πολλά από τα ηγετικά στελέχη.

Πιστεύω ότι το ΚΚΕ δεν προσέγγισε τους πολιτικούς πρόσφυγες από τις Λαϊκές Δημοκρατίες όσο θα έπρεπε. Πολλούς απ’ αυτούς τους «καταβρόχθισε» το ΠΑΣΟΚ, εκμεταλλευόμενο την ανάγκη για εργασία, επιβίωση. Τους μεγαλύτερους σε ηλικία μετά τη σύναψη της συμφωνίας με σοσιαλιστικές χώρες για συντάξεις! Λες και τα πλήρωσε από την τσέπη του. Πολλοί απ’ αυτούς «ξεχνάνε» την προσφορά και τη στοργή που τους προσέφεραν οι σοσιαλιστικές χώρες!

Στην Ελλάδα επαναπατρίστηκα το 1980 σε ηλικία 25 ετών! Επρεπε να μάθω τι είναι ανεργία, χαμηλός μισθός, εργασία χωρίς ένσημα, να πληρώνεις την παιδεία, υγεία, δάνεια για κατοικία, και πολλά άλλα «επιτεύγματα» του «ελεύθερου κόσμου», του δημοκρατικού καπιταλισμού για να μπορέσω να κρίνω. Παρ’ όλες τις αδυναμίες, τα λάθη, τις ελλείψεις, ο σοσιαλισμός ως προθάλαμος του Κομμουνισμού, είναι ανώτερος!

Είναι το μέλλον της ανθρωπότητας. Βρίσκεται στο χέρι (γλώσσα) όλων των κομμουνιστών το πώς θα το προβάλουμε, το πώς θα το παλέψουμε!!!

Καλή πορεία στο μέλλον

Ζήτω το ΚΚΕ

Παύλος Καπαγιαννίδης
Μελος του ΔΣ Συνδικάτου εργαζομένων Αστικών Συγκοινονιών θεσ/νίκης
ΚΚΕ και ΚΚΣΕ

A. H ιδεολογική και πολιτική συμπόρευσή μας με το ΚΚΣΕ. Η απουσία επαρκούς επαναστατικής επαγρύπνησης και των αντίστοιχων αντανακλαστικών κατά την εμφάνιση των δεξιών αναθεωρητικών παρεκκλίσεων παρουσιάζεται ταυτόχρονα και στο ΚΚΕ. Το φαινόμενο επισήμανε και η αντίδραση και το αξιοποίησε, όπως αναμενόταν, εντάσσοντάς το στην καταγγελία περί «πρακτορείου της Μόσχας». Απαντήσεις και «πειστικές» εξηγήσεις δόθηκαν κατά καιρούς:

1. Η φυσική θεωρητική ανωριμότητα του νεαρού ΚΚΕ στα πρώτα χρόνια

2. Στη συνέχεια η θεωρητική καθυστέρηση που σ’ ένα βαθμό προκάλεσαν οι συνθήκες παρανομίας κι ασταμάτητων διώξεων. Κάτω απ’ αυτούς τους όρους οι πιεστικές ανάγκες για άμεση πρακτική δράση συντελούν στη διαμόρφωση πρακτικίστικης νοοτροπίας. Η τελευταία θεοποιεί την πρακτική δράση – αντιδιαλεκτικά αγνοώντας την αλληλεξάρτηση με τη θεωρία – και το πολύ πολύ κρύβεται στο καταφύγιο «οι σύντροφοι εκεί, μέσα στη φωτιά, ξέρουν καλύτερα».

3. Η εκτυφλωτική ακτινοβολία του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους και του μπολσεβίκικου κόμματος.

4. Η υπαρκτή, επείγουσα πάντα και αδιαπραγμάτευτη – γι’ αυτό και άνευ όρων – υπεράσπιση του σοβιετικού κράτους και του κόμματός του που βάλλονταν από θεούς και δαίμονες. Εν προκειμένω όσοι μετά Χριστόν προφήτες εύκολα επικρίνουν την έμμονη αυτή υπεράσπιση ας σκεφτούν ότι πολλοί κομμουνιστές στην Ελλάδα θα γλίτωναν το απόσπασμα, αν απλώς «μασούσαν τα λόγια τους» σ’ ό,τι αφορούσε τη Σοβιετική Ενωση. Πρόκειται για τον προλεταριακό διεθνισμό σ’ όλο του το μεγαλείο και την ακόλουθη ακρότητά του. Αρνητικό σύμπτωμα αυτής της ακρότητας είναι το θόλωμα της κριτικής σκέψης και μια χιουμοριστική απόδειξη ότι είχαμε συνείδηση της ακρότητας ήταν η σχετική ανεκδοτολογία, έργο των ίδιων των κομμουνιστών.

5. Η διάλυση της Γ΄ Διεθνούς επέδρασε αρνητικά και σ’ αυτό τον τομέα. Η Γ΄ Διεθνής ήταν ο φυσικός χώρος ανταλλαγής και κάποτε σύγκρουσης απόψεων πάνω στα διάφορα ζητήματα και η επιδιωκόμενη ενιαία θεωρητική αντιμετώπιση προέκυπτε από την ιδεολογική διαπάλη. Μετά τη διάλυση της Γ΄ Διεθνούς κέντρο θεωρητικής επεξεργασίας έγινε εξ αντικειμένου η Μόσχα, ενώ μέχρι τότε το μπολσεβίκικο κόμμα αναδείχνονταν με τη συμβολή του – κι όχι εκ των πραγμάτων – κεντρικός θεωρητικός φορέας. Η Κόμινφορμ, τα «Προβλήματα ειρήνης και σοσιαλισμού», οι κατά καιρούς διασκέψεις κ.ά. δεν κάλυψαν ποτέ το κενό της Γ΄ Διεθνούς.

6. Μετά τη διάλυση επικράτησε σιωπηρά η αντίληψη της μη ανάμειξης στα εσωτερικά αδελφού κόμματος (εδώ πρωτοποριακό ρόλο έπαιξαν Γάλλοι και Ιταλοί σύντροφοι), που είχε εύκολη – και άρα σαθρή – την ηθική θεμελίωση (κάθε κομμουνιστικό κόμμα έχει ευθύνη απέναντι στην εργατική τάξη και το λαό της χώρας του και σ’ αυτούς δίνει λόγο. Καμιά φορά «ξεχνούσαν» και το «εργατική τάξη») και σαθρή, σαθρότατη, ιδεολογική (κάθε κομμουνιστικό κόμμα, ζώντας τις – διαβόητες – εθνικές ιδιομορφίες, μπορεί να βρίσκει τους καλύτερους και συντομότερους δρόμους προς το σοσιαλισμό. Εδώ «ξεχνούσαν» όλο και συχνότερα τον όρο Επανάσταση, ενώ οι δρόμοι με τον καιρό έγιναν δρόμος κι αυτός σιγά σιγά και ντροπαλά κοινοβουλευτικός αποκλειστικά). Η παραπάνω αντίληψη εκφυλίστηκε σε περιορισμό μέχρι θανάτου της συντροφικής κριτικής, η άσκηση της οποίας θεωρήθηκε στη συνέχεια επαρκής λόγος για «ρήξη» μεταξύ των κομμάτων. Την αποφυγή της συντροφικής κριτικής τροφοδότησε και ο υπαρκτός (αλλά πότε σωστά και πότε λαθεμένα αξιολογούμενος) κίνδυνος εκμετάλλευσής της από τον ταξικό εχθρό.

7. Σχετικά με τα κομμουνιστικά κόμματα της Δ. Ευρώπης – ιδιαίτερα τα λεγόμενα μεγάλα – αξίζει να παρατηρήσουμε ότι οι διαφωνίες τους μόνο διορθωτικές δε θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, αφού ξεκίνησαν ως δεξιές αναθεωρητικές – με διάφανο πέπλο καλυπτόμενες – και έκλεισαν με το μακαρίτη ευρωκομμουνισμό. Δεν άφησαν οι αναθεωρητές της Δύσης δολιοφθορέα που να μη θεοποίησαν, όπως, λ.χ., τον Ντούμπτσεκ, ή να μην ανέχτηκαν ή βοήθησαν τη θεοποίησή του, όπως, λ.χ., του γελοίου Βαλέσα. Μελετώντας τα ντοκουμέντα του Κόμματος διαπιστώνει κανείς την ιδεολογική συμπόρευσή του με το ΚΚΣΕ. Είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι συμπορευτήκαμε σε όλα τα μεγάλα ζητήματα θεωρίας και πολιτικής (στη «σταλινική» περίοδο, στην «αποσταλινοποίηση», στους χρουστσοφικούς πειραματισμούς στον τομέα της οικονομίας, στα ζητήματα ειρηνικής συνύπαρξης, στη διαμάχη με το κινέζικο κόμμα, στην περεστρόικα…). Οι προαναφερόμενοι – και άλλοι – λόγοι δε δικαιολογούν καμιά «ντροπή» για την παραδοχή της συμπόρευσης. Αντίθετα, θα ‘ταν στρουθοκαμηλισμός να «κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε» και ν’ αποφεύγουμε τις αναφορές στο ζήτημα. Τραβώντας στα άκρα θα ‘λεγε κανείς ότι με μιαν έννοια ο δισταγμός αυτός εκφράζει την ανάγκη ν’ απολογηθούμε στους ξεφωνημένους πουλημένους υποταχτικούς των ξένων αφεντικών για τη γελοία – και στα μάτια των αστών σήμερα – συκοφαντία περί «πρακτορείου της Μόσχας».

Β. Αντιστάσεις στις δεξιές αναθεωρητικές παρεκκλίσεις. Τόσο μέσα από την προσεκτική μελέτη των ντοκουμέντων του Κόμματος, όσο κι από την πείρα της κομματικής ζωής των παλιότερων, βγαίνει και μια άλλη διαπίστωση. Σε μεγάλα ζητήματα θεωρίας και πολιτικής υπήρξαν σοβαρές αντιστάσεις στελεχών και απλών μελών στις δεξιές αναθεωρητικές παρεκκλίσεις. Ενδεικτικά αξίζει ν’ αναφερθούν:

1. Η διαφοροποίηση των «Ζαχαριαδικών» στην «αποσταλινοποίηση» – διαφοροποίηση που έκοψε στα δύο το Κόμμα μέσα κι έξω από την Ελλάδα και που ίχνη της είναι ορατά και σήμερα.

2. Οι δυσκολίες στην κατανόηση κι αποδοχή από τη μεριά των κομματικών μελών της πολιτικής ειρηνικής συνύπαρξης ως επαναστατικής πολιτικής.

3. Οι αντιρρήσεις στους πειραματισμούς γύρω από τη «σοσιαλιστική αγορά».

4. Η διάχυτη πικρία από τη διαμάχη με το κινέζικο κόμμα, πικρία που τροφοδότησε για μεγάλο διάστημα τις μαοϊκές ομαδούλες.

5. Το γεγονός ότι ο ευρωκομμουνισμός, παρότι διαπέρασε τις γραμμές του Κόμματος, δεν κατάφερε ποτέ να πάρει το πάνω χέρι (ασφαλώς εδώ ρόλο έπαιξε και η – χλιαρή, έστω – απόρριψη του ευρωκομμουνισμού από το ΚΚΣΕ).

6. Οι αντιστάσεις στην προπαγάνδιση της περεστρόικα.

Γ. Συμπεράσματα – διδάγματα

Με την πρώτη κιόλας εντύπωση που προσφέρουν οι απαριθμημένες αντιστάσεις οδηγούμαστε στα παρακάτω, ηθικά κατ’ αρχήν, συμπεράσματα – διδάγματα:

1. Το ανοσοποιητικό σύστημα του κομματικού οργανισμού λειτούργησε και μέσα στις πιο δυσμενείς γι’ αυτόν συνθήκες.

2. Η αλήθεια, όπως κι η ελευθερία, «θέλει αρετήν και τόλμην».

3. Το Κόμμα πρέπει να βρει τρόπο ν’ αξιοποιεί έγκαιρα και σωτήρια τις φωνές που «φαντάζουν» εκτός γραμμής. Δε χωράει συζήτηση ότι η καταστατική κατοχύρωση μιας σχετικής ασφαλιστικής δικλίδας θ’ αποτελούσε ιστορική ειρωνεία. Γιατί, ενώ πάει να μας προστατέψει από τη – γεροντική και γι’ αυτό παραλυτική και θανατηφόρα – ασθένεια των δεξιών παρεκκλίσεων, τα μέτρα που έρχονται άμεσα στο νου συνιστούν τα ίδια δεξιά παρέκκλιση (λ.χ., η οριζόντια ενημέρωση, η δημοσιοποίηση των μειοψηφουσών απόψεων κ.ά. που μας καταταλαιπώρησαν στην τελευταία διάσπαση). Βάζουν σε κίνδυνο μ’ άλλα λόγια τον πυρήνα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, την πεμπτουσία δηλαδή του επαναστατικού κόμματος νέου τύπου. Υπάρχει πρόβλημα λοιπόν και μάλιστα δυσεπίλυτο. Αλλά πότε η διαλεκτική ήταν απλή αριθμητική; Δικαιολογημένος επομένως ο φόβος ότι θα ξαναβρεθούμε, όπως κατά το παρελθόν, μπροστά στα ίδια – και κάθε φορά «καινούρια» – ερωτήματα του τύπου «από ποια θέση και προς ποια κατεύθυνση θα δώσουμε τη μάχη;». Το αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημά μας είναι βέβαια οι πρόσφατες, ασύγκριτα πικρότερες και διδακτικότερες, εμπειρίες μας. Τουλάχιστον ας ξεκινήσουμε με τη συμφωνία ότι κάθε άποψη πρέπει να παίρνεται υπόψη, να φτάνει μέχρι την κεντρική καθοδήγηση, να την ξαναφέρνουμε έγκαιρα για μελέτη, όταν η δοκιμασία της ζωής το επιβάλλει, να ξεπερνάμε την «ντροπή» που την απορρίψαμε, όταν η ζωή αποδείχνει τη μερική ή ολική ορθότητά της, και πάντως να ξεπεράσουμε – στην πράξη – την αντίληψη ότι το «ναι» στην καθοδήγηση είναι παντού και πάντα ό,τι καλύτερο. Καταλήγουμε. Ολα οδηγούν στο ανέφικτο έτοιμης λύσης-νίκης. Τέτοια, όπως φαίνεται, δεν υπάρχει. Υπάρχουν όμως όπλα για τη νίκη. Ανάμεσά τους τα ιδεολογικά, που απαιτούν ορθή χρήση, η επαγρύπνηση, που δεν πρέπει να εκφυλίζεται σε καχυποψία, και το ταξικό ένστικτο της εργατικής τάξης, που δε γίνεται ατιμωρητί να υποτιμιέται. Η κατάληξη αυτή φιλοδοξεί να θεωρηθεί διαλεκτική και πάντως θυμίζει τη σοφή – για τη σοφιστική υπεκφυγή της – απάντηση του Στάλιν στο ερώτημα «πού βλέπει τον κίνδυνο; Δεξιά ή αριστερά;». Η απάντηση ήταν «εκεί που υπάρχει».

Γιώτης Νικολαΐδης
Καλαμάτα, ΚΟΒ Νότιας και Δυτικής πόλης
Για το 2ο θέμα

Παρακαλώ τους σεβαστούς αντιπροσώπους που πορεύονται με αισιοδοξία, επιμονή και υπομονή, όρθιοι, κόντρα στην ενσωμάτωση, προς το 18ο Συνέδριο του Κόμματός μας, να σκύψουν με ενδιαφέρον και να αντιμετωπίσουν με το δέοντα σεβασμό τους συντρόφους που έχουν διαφορετική προσέγγιση σε διάφορα σημεία των Θέσεων της ΚΕ για το σοσιαλισμό. Γιατί είναι πολύ φυσικό πρώτα απ’ όλα. Η ίδια η ΚΕ ομολογεί ότι πρώτη φορά, σε μια διαδικασία πολλών ετών, με κόπους και όσες θεωρητικές δυνάμεις είχε και έχει και συνεπικουρούμενη, κατέληξε σε αυτό το ενδιαφέρον ντοκουμέντο. Και πάλι μπορεί να μείνουν ανοιχτά ζητήματα, όπως λέει.

Η παράκλησή μου αφορά την αναπάντεχη τροπή και «στοίχιση» στην αρθρογραφία, απ’ αφορμή το αιχμηρό σημείωμα, πράγματι, του Γ. Ρούση. Αλλο πράγμα η ιδεολογική αντιμετώπιση (και αυτό το ρόλο παίζει η Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ) και άλλο ο προσωπικός χαρακτηρισμός απ’ όπου κι αν προέρχεται. Πολλώ μάλλον απαξιωτικές αναφορές. Ας μην πονάμε άλλο, όταν δεν πρέπει.

  • ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

κοινωνικοποιεί τα μέσα παραγωγής (κοινωνική παραγωγή), καταργεί κάθε μορφή ατομικής ιδιοκτησίας, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο (κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής), ελευθερία δραστηριότητας του ανθρώπου και όχι καταναγκαστική εργασία, σχεδιασμένη κεντρικά η παραγωγή (χρήσιμων αξιών), προσανατολισμένη στην ικανοποίηση των όλο και αυξανόμενων, ποσοτικά και ποιοτικά, αναγκών της κοινωνίας, με κράτος πορευόμενο προς «χαλάρωση» μέχρι την απονέκρωση τελικά, με ανώτερο επίπεδο δημοκρατίας (συμμετοχή – έλεγχος των εργατών), μείωση δραστική της διαφοράς χωριού – πόλης, πνευματικής – χειρωνακτικής εργασίας και μείωση επομένως των διαφοροποιήσεων στην κατανομή.

– Δηλαδή, ο σοσιαλισμός είναι ανώτερο στάδιο κοινωνίας ασφαλώς, σε επίπεδο παραγωγής – κατανομής – δημοκρατίας – συνείδησης. Νέα κοινωνία – νέος άνθρωπος, απαλλαγμένος από τα του εποικοδομήματος του καπιταλισμού.

– Για να οικοδομήσει και να φτάσει μέχρις εκεί (που πάλι δεν είναι το τελικό στάδιο του κομμουνισμού) η σχεδιασμένη πολιτική της δικτατορίας του προλεταριάτου, έχει δρόμο. Αυτός ο δρόμος δεν ΠΡΕΠΕΙ να είναι μακρύς. Οσο μακραίνει τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος παλινόρθωσης ή ταλαιπωρίας της επανάστασης. Σωστό είναι, ότι είναι ανάλογος με την κληρονομιά και τη δύναμη του ιμπεριαλισμού. Δηλαδή, αν ηττηθεί ο ιμπεριαλισμός παγκόσμια, τότε και χώρες καθυστερημένες δε θα χρειαστεί να ολοκληρώσουν ή να αναπτύξουν αισθητά τις καπιταλιστικές σχέσεις για να οικοδομήσουν το σοσιαλισμό.

– Την επομένη λοιπόν της νίκης της επανάστασης δεν έχουμε σοσιαλισμό, θεμελιώνει… Η παρουσία του παλαιού είναι έντονη σε όλα τα επίπεδα. Γι’ αυτό, αυτή η περίοδος έχει έντονο ανταγωνισμό και απαιτεί γνώση – καθοδήγηση σε συνάρτηση με τον αντικειμενικό παράγοντα. Μέσα από αυτή τη σκληρή διαπάλη για τη λύση των αντιθέσεων διαφορετικού χαρακτήρα ποσοτικά και ποιοτικά πλέον, προχωράει η θεμελίωση. Πιθανόν με στρεβλώσεις και αναγκαστικές απεκκρίσεις.

Για την ΕΣΣΔ οι Θέσεις λένε ότι ενώ καταργήθηκε η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και καταβλήθηκε τεράστια προσπάθεια για συνεταιριστικοποίηση της αγροτικής παραγωγής, στην κατεύθυνση μείωσης του εμπορευματικού της χαρακτήρα, με κοινωνικοποιημένη τη βιομηχανική παραγωγή, ακολουθήθηκε οπορτουνιστική πολιτική στην οικονομία, που οδήγησε στη νίκη της αντεπανάστασης. Τούτο κυρίως επικεντρώνεται μετά το ‘56. Δε χωράει συζήτηση ότι το 20ό Συνέδριο έβαλε τις βάσεις για να πιάσει το καράβι ξέρα. Ωστόσο, δεν αρκεί αυτό το ανάθεμα. Το 20ό θεμελιώθηκε σε υπάρχον, πρόσφορο έδαφος υποκειμενικών και αντικειμενικών παραγόντων. Δε νικάει έτσι εύκολα ο οπορτουνισμός και σε μια νύχτα βγάζει εγκληματία τον ηγέτη του ΚΚΣΕ. Μέχρι τότε το κόμμα θεμελίωσε αρκετά καλά αλλά και εδραίωσε πολλές στρεβλώσεις, ικανές για οπορτουνιστική στροφή.

– Εξ ανάγκης, λόγω έλλειψης στελεχών στην παραγωγή, εδραιώθηκε η μονιμότητά τους, η αρκετά μεγαλύτερη αμοιβή τους, η μη ανακλητότητά τους, άρα ο μη έλεγχος, μη συμμετοχή, μη εργατική δημοκρατία = γραφειοκρατία (απομάκρυνση του λαού). Οταν κλήθηκε και ο Αϊζενστάιν στη μάχη για την κολεκτιβοποίηση και έκανε το θαυμάσιο έργο «Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ», ήδη καυτηρίαζε τη γραφειοκρατία. Η αντιπολίτευση της περιόδου της επανάστασης μεταφέρθηκε και στο πρακτικό επίπεδο. Αντιμετωπίστηκε, με φόντο τον πόλεμο, με σκληρά μέτρα. Ομως οι αντιπρόσωποι, τα μέλη της ΚΕ που εξοντώθηκαν (προπολεμικοί κομμουνιστές) και όποιες άλλες παραβιάσεις δε συνιστούν σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Είναι αδυναμία, όχι δύναμη και πρέπει να τις καυτηριάζουμε, να παίρνουμε αποστάσεις. Δεν μπαίνει κανένας στο στρατόπεδο του οπορτουνισμού επειδή υπερασπίζεται τη σοσιαλιστική δημοκρατία. Παρότι η νίκη ενάντια στο φασισμό είναι μεγάλη, φαίνεται πως ο δρόμος του μεταβατικού σταδίου στην ΕΣΣΔ ήταν επίσης μακρύς. Δεν ήταν ποτέ αναπτυγμένος σοσιαλισμός. Και αυτό έχει την αξία του. Γιατί παρόλο που δεν ήταν τέτοιος, προσέφερε πολλά στο λαό και σε όλη την ανθρωπότητα. Δεν μπόρεσε να ορθοποδήσει γιατί το μικρό ποσοτικά αλλά ισχυρό στρώμα που διαμορφώθηκε από τα προνομιούχα κρατικά και κομματικά στελέχη, που τελικά πήρε ταξική μορφή (από τη θέση στην παραγωγή και τη διανομή), δεν ήταν δυνατό να ενδιαφερθεί για τη σοσιαλιστική διεύρυνση, αλλά για τη δική της διευρυμένη πολιτική έκφραση, που πέτυχε τελικά αφού φυσικά όλος ο «οργανισμός είχε αρρωστήσει» και οι «υγιείς», ακόμα, δεν πίστευαν πλέον στην προωθητική δύναμη του συστήματος και υιοθετούσαν μέτρα παλινόρθωσης του καπιταλισμού στο όνομα του σοσιαλισμού. Λήθαργος και όταν θεμελιωνόταν η ατομική ιδιοκτησία! Ετσι εξηγείται το γεγονός ότι δεν αντέδρασε κανένας! Και αυτοί που μάθανε μαρξισμό στα σχολεία τόσα χρόνια; Τίποτα; Αυτό δείχνει ότι η αφασία κρατούσε χρόνια πολλά. Και είναι το αποτέλεσμα: του «Λαού στη γωνία». Η υπόθεση ήταν υπόθεση ολίγων. Το κόμμα μας επίσης δεν πήρε είδηση τι γινόταν, αφού μεταπολεμικά ποτέ σχεδόν δε διαμόρφωσε επαναστατικό πρόγραμμα – στρατηγική και ταχτική προσεγγίζοντας πότε το «κέντρο» και πότε το «ΠΑΣΟΚ» στερούμενο τη δική του φυσιογνωμία. (Φτάσαμε να δίνουμε εξηγήσεις γιατί δεν αγοράζαμε το κατάπτυστο βιβλίο του Γκορμπατσόφ). Γι’ αυτό είπα σύντροφοι στην αρχή «με προσοχή», όχι χαρακτηρισμούς. Δε χρειαζόμαστε πιστοποιητικά και δεν περισσεύει κανένας, χωρίς φυσικά σκόντο στις αρχές μας.

– Εχουμε χρέος να υπερασπιστούμε την Οχτωβριανή Επανάσταση. Ομως έχουμε επίσης χρέος να μην ταυτιστούμε με τον «υπαρκτό». Γιατί όλοι πλέον γνωρίζουμε ότι άλλο ήθελαν να οικοδομήσουν οι επαναστάτες και άλλο βγήκε. Αλλωστε εκ του αποτελέσματος κρίνεται το ορθό. Η ΚΕ και τα συνέδρια του κόμματος με τη συνδρομή κάθε επαναστάτη διανοούμενου, άλλων κομμάτων κλπ. ας έχουν μπροστά τους πάντα την πρόταση για τον 21ο αιώνα.

*Αξίζει η εξέταση της παρόμοιας πορείας και στις άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, της Κίνας, Βιετνάμ κλπ. Πώς γίνεται και τα ΚΚ εξουσίας μετατρέπονται σε φορείς της αντεπανάστασης; (Να εξεταστεί η σχέση κόμματος – κράτους – συνδικάτων – πρόσβαση στην κατανομή – χρήμα κλπ.).

Λάζος Θανάσης
Για την κατανομή και το χρόνο εργασίας στο σοσιαλισμό

Στη θέση 7 αναφέρεται: «Ο μαρξισμός προσδιορίζει με σαφήνεια το χρόνο εργασίας ως το μέτρο της ατομικής συμμετοχής του παραγωγού στην κοινή εργασία. Επομένως, ο χρόνος εργασίας προσδιορίζεται και ως μέτρο του μέρους που του αναλογεί από το προϊόν που προορίζεται για την ατομική κατανάλωση και διανέμεται ανάλογα με την εργασία. Ενα άλλο μέρος (Παιδεία, Υγεία κλπ.) ήδη διανέμεται ανάλογα με τις ανάγκες».

Σε ένα εργοστάσιο, 7 ώρες εργασίας τορναδόρου θα αμείβονται το ίδιο με 7 ώρες φύλακα ή με 7 ώρες τηλεφωνητή; Ενας οικοδόμος θα αμείβεται όσο και ένας πωλητής σε κατάστημα ηλεκτρικών ειδών για ίσες ώρες εργασίας; Ο χρόνος στα ΒΑΕ θα αμείβεται το ίδιο με το χρόνο απλής εργασίας γραφείου; Σε ένα νοσοκομείο ο γιατρός, ο βοηθός, ο νοσοκόμος που συμμετέχουν σε μια εγχείρηση θα αμείβονται το ίδιο;

Ο Μαρξ στην «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» γράφει:

«…Επομένως ο κάθε ατομικός παραγωγός – ύστερα από τις κρατήσεις – παίρνει πίσω, ακριβώς ό,τι της δίνει. Αυτό που της δίνει είναι η ατομική ποσότητα εργασίας. … Το δίκαιο των παραγωγών είναι ανάλογο με την απόδοση της δουλειάς τους. Η ισότητα βρίσκεται στο ότι μετρούν με το ίδιο μέτρο, με την εργασία… η εργασία για να χρησιμεύει σαν μέτρο, πρέπει να ορίζεται σύμφωνα με τη διάρκεια, ή με την έντασή της, αλλιώς θα έπαυε να είναι μέτρο. … Με ίση απόδοση της εργασίας και επομένως με ίση συμμετοχή στο κοινωνικό καταναλωτικό απόθεμα, ο ένας παίρνει στην πραγματικότητα περισσότερα από τον άλλον, … αυτές οι ελλείψεις δεν μπορούν να αποφευχθούν στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, όπως έχει ακριβώς βγει ύστερα από μακροχρόνια κοιλοπονήματα, από την κεφαλαιοκρατική κοινωνία. …Σε μια ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, … στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του!».

Πιστεύω ότι στον σοσιαλισμό δεν μπορεί να αποτελεί μόνο ο χρόνος το μέτρο της ατομικής συνεισφοράς, αλλά και άλλα χαρακτηριστικά της εργασίας (απόδοση, ένταση). Ο κίνδυνος ατομικής ιδιοποίησης κοινωνικού προϊόντος στην πορεία οικοδόμησης του κομμουνισμού (παραγωγική βάση, συνείδηση, κτλ.) αντιμετωπίζεται με τον σταδιακό περιορισμό του μέρους του κοινωνικού προϊόντος που κατανέμεται σύμφωνα με την εργασία και παράλληλη αύξηση του μέρους που κατανέμεται ανάλογα με τις ανάγκες.

Αν η σοσιαλιστική οικοδόμηση ξεκινήσει από υψηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, τότε, και σε συνδυασμό με ανάπτυξη κομμουνιστικής συνείδησης, το μέρος της εργασίας που αμείβεται με βάση το χρόνο εργασίας θα μπορεί να είναι μικρό ποσοστό του συνολικού ατομικού «εισοδήματος» και σύντομα θα μπορεί να εκμηδενιστεί καθώς θα οικοδομείται ο κομμουνισμός. Αν η σοσιαλιστική οικοδόμηση ξεκινήσει από χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης, το ποσοστό του ατομικού «εισοδήματος» που αμείβεται με βάση τις ανάγκες θα είναι μικρότερο, αφού η κοινωνία δε θα μπορεί ακόμη να καλύπτει μεγάλο μέρος, και το ποσοστό που αμείβεται με βάση τη συμμετοχή στην εργασία μεγαλύτερο. Το μέρος αυτό θα εξαλειφθεί πιο αργά και τα καθήκοντα σχεδιασμού της αναλογίας «ανάγκες/εργασία» και της αντιμετώπισης κινδύνων ατομικού πλουτισμού, σε συνδυασμό και με την καλλιέργεια κομμουνιστικής συνείδησης, θα είναι πιο δύσκολα.

Παρακάτω στη Θέση 7: «Ο “χρόνος εργασίας” είναι το μέτρο της ατομικής συνεισφοράς στην κοινωνική εργασία για την παραγωγή του συνολικού προϊόντος. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στο “Κεφάλαιο”: “Στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή το χρηματικό κεφάλαιο φεύγει από τη μέση. Η κοινωνία κατανέμει την εργατική δύναμη και τα μέσα παραγωγής στους διάφορους κλάδους παραγωγής. Οι παραγωγοί θα μπορούν, αν θέλετε, να παίρνουν χάρτινα εντάλματα, με τα οποία θα παίρνουν από τα αποθέματα ειδών κατανάλωσης της κοινωνίας μια ποσότητα ανάλογη με το χρόνο που εργάστηκαν. Τα εντάλματα αυτά δεν είναι χρήμα. Δεν κυκλοφορούν”».

Το εδάφιο αυτό αναφέρεται στην κατάργηση του χρηματικού κεφαλαίου για την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή και όχι στο πώς καθορίζεται ο χρόνος εργασίας. Το εδάφιο αυτό δεν μπορεί να στηρίζει τη θέση που ακολουθεί ότι: «Η πρόσβαση στο μέρος του κοινωνικού προϊόντος που κατανέμεται “ανάλογα με την εργασία” καθορίζεται από την ατομική προσφορά εργασίας του καθενός στη συνολική κοινωνική εργασία, χωρίς να διαχωρίζεται σε σύνθετη ή απλή, χειρωνακτική ή όχι. Μέτρο της ατομικής προσφοράς είναι ο χρόνος εργασίας, που καθορίζει το σχέδιο με βάση τις συνολικές ανάγκες της κοινωνικής παραγωγής, τους υλικούς όρους της παραγωγικής διαδικασίας στην οποία εντάσσεται η “ατομική” εργασία, ιδιαίτερες ανάγκες της κοινωνικής παραγωγής για τη συγκέντρωση εργατικού δυναμικού σε περιοχές, κλάδους κλπ., ιδιαίτερες κοινωνικές ανάγκες, όπως η μητρότητα, τα άτομα με ειδικές ανάγκες κλπ., η ατομική στάση απέναντι στην οργάνωση και υλοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας. Δηλαδή, πρέπει να συσχετίζεται ο χρόνος εργασίας με στόχους, όπως εξοικονόμηση υλών, εφαρμογή παραγωγικότερων τεχνολογιών, ορθολογικότερη οργάνωση της εργασίας, άσκηση εργατικού ελέγχου στη διοίκηση – διεύθυνση».

  • Αν εξαιρέσουμε ιδιαίτερες κοινωνικές ανάγκες, η συσχέτιση του χρόνου εργασίας (δηλ. της ατομικής προσφοράς άρα και της κατανομής) με στόχους, σημαίνει ότι ανάλογα με την επίτευξη των στόχων αυτών θα έχουμε είτε διαφορετικές αμοιβές για τον ίδιο χρόνο εργασίας είτε διαφορετικούς χρόνους εργασίας για ίδια αμοιβή. Και στις δύο περιπτώσεις η αμοιβή ανά μονάδα χρόνου εργασίας (1 ώρα, 1 ημέρα, κτλ.) θα είναι διαφορετική. Αυτό σημαίνει ότι η εργασία (και η αμοιβή της) διαχωρίζεται με βάση την παραγωγικότητά της, γιατί όλοι οι προαναφερθέντες στόχοι εκεί τελικά στοχεύουν, στη δαπάνη όλο και λιγότερων πόρων ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος στη μονάδα του εργάσιμου χρόνου. Αν δεν εννοούν αυτό οι Θέσεις, τι εννοούν;
  • Στην περίπτωση εφαρμογής παραγωγικότερων τεχνολογιών, οι εργαζόμενοι σε μονάδα εξοπλισμένη με παραγωγικότερη τεχνολογία θα αμείβονται διαφορετικά από αυτούς που εργάζονται σε λιγότερο παραγωγική εργασία του ίδιου κλάδου; Η τεχνολογία δε θα μπορεί ενδεχομένως να αλλάζει ταυτόχρονα σε όλες τις μονάδες ενός κλάδου, πολύ περισσότερο όλης της οικονομίας. Μήπως κάθε μονάδα μόνη της θα ενδιαφέρεται για παραγωγικότερη τεχνολογία; Και θα αμείβεται διαφορετικά γι’ αυτό; Γιατί;
  • Η ατομική συνεισφορά στην ορθολογικότερη οργάνωση της εργασίας είναι ζητούμενο και συναρτάται με την άνοδο της κομμουνιστικής συνείδησης. Η έκταση όμως της ορθολογικότερης οργάνωσης της εργασίας και οι δυνατότητές της σε επιστημονικά καθοδηγούμενη οικονομία, εξαρτώνται κυρίως από τον κεντρικό σχεδιασμό, που μεταξύ άλλων θα έχει και την ευθύνη για συνεχή γενίκευση εφαρμογών της και προσαρμογών της, όπου οι συνθήκες το απαιτούν.
  • Ο στόχος της άσκησης εργατικού ελέγχου στη διοίκηση είναι περίεργο γιατί συσχετίζεται με το χρόνο εργασίας.

Με βάση τα παραπάνω πιστεύω ότι ο κεντρικός σχεδιασμός θα πρέπει να καθορίζει τις αναλογίες των διάφορων λειτουργιών της κοινωνικής παραγωγής ώστε να ικανοποιούνται οι κοινωνικές ανάγκες αλλά και το μέτρο του χρόνου σε κάθε ξεχωριστή λειτουργία βάσει του οποίου θα μετριέται η ατομική προσφορά.

Επίσης στη θέση 7 αναφέρεται: «Ο “χρόνος εργασίας”, ως μέτρο της εργασίας στη σοσιαλιστική παραγωγή, πρέπει να αντιμετωπίζεται “μόνο σαν παραλληλισμός με την εμπορευματική παραγωγή”».

Επειδή η αλλαγή της σειράς λέξεων αλλά και η αποκομμένη από το συνολικό κείμενο χρήση τους μπορεί να διαφοροποιεί το νόημα, σημειώνω ότι ο Μαρξ σε μια υπόθεση εργασίας αναφέρει: «Ας φανταστούμε τέλος για λόγους ποικιλίας ένα σύλλογο ελεύθερων ανθρώπων, που εργάζονται με κοινά μέσα παραγωγής και ξοδεύουν αυτοσυνείδητα τις πολλές τους ατομικές εργατικές δυνάμεις σαν μια κοινωνική εργατική δύναμη. … Το συνολικό προϊόν του συλλόγου είναι κοινωνικό προϊόν. Ενα μέρος αυτού του προϊόντος χρησιμεύει ξανά σαν μέσο παραγωγής. Το μέρος αυτό παραμένει κοινωνικό. Ενα άλλο μέρος καταναλίσκεται από τα μέλη του συλλόγου σαν μέσο συντήρησης. Γι’ αυτό πρέπει να διανεμηθεί μεταξύ τους. Ο τρόπος αυτής της διανομής θ’ αλλάζει όταν αλλάζει ο ιδιαίτερος τρόπος του ίδιου του κοινωνικού παραγωγικού οργανισμού και το αντίστοιχο ιστορικό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγών. Μόνο σαν παραλληλισμό με την εμπορευματική παραγωγή προϋποθέτουμε ότι μερτικό του κάθε παραγωγού στα μέσα συντήρησης καθορίζεται από το χρόνο της εργασίας του».

Γιώργος Τσιλιγκιρίδης
Μέλος Γραφείου ΚΟΘ
Η διαλεκτική της Ιστορίας μας

«Εμπρός της γης οι κολασμένοι/ της πείνας σκλάβοι εμπρός, εμπρός/. Το δίκιο απ’ τον κρατήρα βγαίνει/ σα βροντή, σαν κεραυνός».

Τα 90 χρόνια ΚΚΕ στη χώρα μας: Το χθες, το σήμερα, το αύριο της Ελλάδας. Εχουν αξία να μνημονευτούν οι αγώνες, οι θυσίες, τα οράματα, η Ιστορία μας.

Το εργατικό κίνημα: Οι άνθρωποι – του πνεύματος, της εργασίας, η αγροτιά, η νεολαία. Πρωτοπόροι στις ιδέες. Η Ελλάδα τότε (1918), «κατακτούσε» τη μεσαία θέση στην καπιταλιστική βαθμίδα: Η ανάπτυξη της άρχουσας τάξης, οι οικονομικο-κοινωνικές συνθήκες – τα εθνικά ζητήματα, το βαλκανικό τοπίο. Το ΚΚΕ, κλήθηκε να διαδραματίσει τον Ιστορικό ρόλο. Η εργατική τάξη, ο πολιτικός της εκφραστής, ήταν το ΚΚΕ. Πέρασε διά πυρός και σιδήρου. Μπροστά στο καθήκον, η λαϊκή ενότητα, ενάντια στο φασισμό, τον ιμπεριαλισμό, την εκμετάλλευση. ΚΚΕ: συνώνυμο με τις λέξεις, εθνική ανεξαρτησία, δημοκρατία, κοινωνική πρόοδο, αλληλεγγύη των λαών. Τάραξε τα νερά. Βγήκε στο προσκήνιο – ένα χρόνο από τη μεγάλη Οκτωβριανή επανάσταση.

Γι’ αυτό πολεμήθηκε αγρίως από την άρχουσα τάξη. Γιατί, εξέφραζε τους πόθους του λαού μας, την κοινωνική αλλαγή. Οι εξορίες, δικτατορίες, τα άγρια κυνηγητά, βασανιστήρια, οι φυσικές εξοντώσεις, δε γίνονταν μονάχα από τα αντιδραστικά κόμματα, αλλά και το «φιλελεύθερο» κομμάτι αυτής («ιδιώνυμο»). Η κατοχή, ο πόλεμος. Το ιστορικό φαινόμενο του ΚΚΕ: Το 1918 η εργατική τάξη ήταν 450 χιλ. (ο πληθυσμός της Ελλάδας ήταν 7 εκατ.). Το ΚΚΕ αγκάλιασε με τα πρώτα συνδικάτα 300 χιλ. μέλη (αγρότες, εργάτες). Ο A. Inden, απέδιδε στο ΕΑΜ το 75%, οι «Τάιμς του Λονδίνου» το 90%. Το ΚΚΕ αποδείχτηκε μπροστάρης του λαού, μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΕΠΟΝ, μέχρι την απελευθέρωση. Κατέδειξε τι είναι διαλεκτική. Είναι αυτό που δίδει ονόματα σε βάσανά μας και ποια ασφαλώς είναι η λύση. (Ταξική πάλη, διεθνισμός).

Τα εργαλεία μας: Ο ιστορικός και διαλεκτικός υλισμός. Η δύναμη. Από την άλλη μεριά η διαιώνιση του συστήματος, το «απάνθρωπο τοπίο» μέχρι το ‘67, με τη χούντα των συνταγματαρχών. Το ΚΚΕ ήταν η φωνή του λαού, της οργανωμένης αντίστασης. Μέχρι το ‘73. Το Πολυτεχνείο.

Το θετικό σήμερα είναι ότι αναγνωρίζεται η πολιτική θέση απ’ όλα τα στρώματα, η εθνική συμβολή του ΚΚΕ στην υπηρεσία της Πατρίδας. Οι στρατιές των «ανωνύμων αγίων», ο εκλεκτός σπόρος. Τα ονόματα. Το αίμα τους δίχως φειδώ. Η προσφορά τους στην παγκόσμια ειρήνη.

Στην πολιτιστική κουλτούρα το ΚΚΕ προσέφερε τα μέγιστα. Πέρα, βεβαίως, από την πολιτική κουλτούρα στον τόπο μας. (Οργάνωση συνδικάτων, συνεταιρισμών, διαχείριση κλπ). Η πολιτική σχέση του απέναντι στην οργάνωση της εργασίας – το συνδικαλιστικό κίνημα, απέδειξε ότι είναι συστατικό, του ταξικού και αντιιμπεριαλιστικού μετώπου. Οι τομείς της πάλης. Ο άνθρωπος, ο πολιτισμός. Το άνοιγμα του σύγχρονου νου, της φιλοσοφίας σε ανθρωπινότερες συνθήκες ζωής. Η παγκόσμια ειρήνη. Ο διεθνισμός, με ισχυρό πολιτικό στήριγμα το αληθινό πρόσωπο του ανθρώπου – ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Με κείμενα μνημεία, στη διαδρομή της πολιτικής/ της πολιτιστικής ιστορίας του τόπου μας, εμπλούτισε την παγκόσμια αισθητική γραμματεία. Διατριβές με ανθρώπους του πνεύματος, του λαού, πάνω σε θέματα, φιλοσοφικά – παιδαγωγικά – εκπαιδευτικά – ιστορικά – γλωσσικά – εργατικά – κοινωνιολογικά, εν τέλει πολιτικά. Ετσι πορεύτηκε το ΚΚΕ. Αφουγκραζόμενο την ανάσα του λαού μας. Ανοιξε δρόμους, κατέδειξε ότι η κεφαλή της Ιστορίας, είναι η ταξική πάλη. Η πολιτική φιλοσοφία, και η καρδιά της, είναι ο εργάτης. Κατέδειξε με την ιστορική του τη δράση το ΚΚΕ στον πολιτιστικό τομέα, σ’ όλη τη διαδρομή του, με την απλότητα, υπέρ των αδυνάτων: Οσο η τέχνη στηρίζεται στη βία «και στο εξασκείν» την τέχνη σε προνόμια, τότε τα έργα γίνονται «φυλακές». Επίσης, καταδίκασε τον οικονομικό, αστικό διανοουμενισμό. Οτι σήμερα δηλαδή τα μείζονα κείμενα του αιώνα μας, προετοιμάζονται για την εξόντωση της αυτονομίας τους, προϊόν της «μοιχείας» τους με την ιδιωτική οικονομία. Για το ΚΚΕ η φιλοσοφία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την ανύψωση του προλεταριάτου. «Το προλεταριάτο δεν μπορεί να εξυψωθεί χωρίς την πραγματοποίηση της φιλοσοφίας» (Μαρξ).

Για την καπιταλιστική παλινόρθωση στις χώρες της Σοβιετίας, ας θυμηθούμε την προτροπή του Ενγκελς: «Ποιος πυρσός του πνεύματος έσβησε/ πια να κτυπάει, σταμάτησε η καρδιά…». Η Ιστορία συνεχίζεται. Με όπλο τη διαλεκτική, μπορούμε να κάνουμε αυτοκριτική. Γιατί, η αλήθεια πάντοτε διορθώνει, σώζει την ελευθερία, σ’ αυτήν την ιστορική «τραγωδία» του 20ού αιώνα. Οι όποιες κριτικές αναφορές, ας εμπλουτίζονται όχι με αφορισμούς, αλλά με προτάσεις, του «αγαθώς αιτούμαι…», με ύφος και ήθος: «ήθος ανθρώπου δαίμων» (Ηράκλειτος). Να γίνουμε πιο «ελκυστικοί», όπως έλεγε ο Λένιν, με τις ιστορικές θέσεις, της διαλεκτικής και του προλεταριακού διεθνισμού, το ριζοσπαστισμό μας.

ΚΚΕ: το μεγάλο βουερό ποτάμι της Ιστορίας. Οδηγεί σε αταλάντευτο αγώνα, καθοδηγεί το λαό για το δυνάμωμα του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου πάλης, σ’ όλα τα επίπεδα, όλο και πιο ψηλά. Με το ΠΑΜΕ επικεφαλής της ταξικής πάλης.

Με αυτά τα ιδεολογικά όπλα, την Ιστορία του, επεξεργάζεται το ΚΚΕ τα δεδομένα προς το 18ο Συνέδριο. Για το Λαό – τη Λαϊκή Συμμαχία, το Σοσιαλισμό. Το ΚΚΕ παραμένει ό,τι «ιερό και όσιο» για την εργατική τάξη. Για το «Αντισταθείτε»! Είναι η διαρκής προτροπή για τη μη απώλεια της εν εγρηγόρσει καταστάσεως του Ανθρώπου.

Παναγιώτης Καραβασίλης
Για τα οικονομικά του Κόμματος

Αγαπητοί σύντροφοι,

Στο Καταστατικό που ψηφίστηκε στο 15ο Συνέδριο τα οικονομικά του Κόμματος αναφέρονται στο κεφάλαιο VII στα άρθρα 45 έως και 49. Στις διατάξεις αυτών των άρθρων αναφέρονται οι οικονομικοί πόροι του Κόμματος, ο αποφασιστικός ρόλος της ΚΕ, για το ύψος της συνδρομής των μελών, για την έγκριση του προϋπολογισμού του Κόμματος και για τη γενικότερη διαχείριση των οικονομικών και της περιουσίας του ΚΚΕ, ο τρόπος οικονομικής διαχείρισης που ασκούν οι Κομματικές Οργανώσεις και τέλος τιμωρούνται με διαγραφή αυτοί που δεν καταβάλλουν τη συνδρομή τους επί εξάμηνο ή καταχρώνται τα οικονομικά του Κόμματος.

Στο άρθρο 47 μπήκε μια καινούργια διάταξη, η οποία δεν υπήρχε στα καταστατικά του 1973 και 1991, σύμφωνα με την οποία η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ που διαχειρίζεται τα οικονομικά και την περιουσία του Κόμματος είναι υποχρεωμένη να ενημερώνει τακτικά τα μέλη του Κόμματος για τη γενική πορεία των οικονομικών. Η νέα αυτή διάταξη είναι φανερό ότι μπήκε στο καταστατικό του 1996 λόγω των οικονομικών ατασθαλιών που είχαν συμβεί από στελέχη του ΚΚΕ, τα οποία ζημίωσαν από πρόθεση το Κόμμα τα χρόνια 1989 – 1991, με αποτέλεσμα το Κόμμα μας να κινδυνεύσει με οικονομική καταστροφή από την οποία διεσώθη χάρις στον οικονομικό και όχι μόνο αγώνα που έκαναν τα μέλη και τα στελέχη του, που παρέμειναν πιστά στις αρχές και έμειναν στο Κόμμα τον Ιούνη του 1991. Μπήκε για να ενισχυθεί ο έλεγχος των οικονομικών του Κόμματος από τα κάτω, από τα μέλη του δηλαδή, έτσι ώστε να περιοριστούν στο ελάχιστο δυνατό οι πιθανότητες νέων ατασθαλιών στο μέλλον. Σημειώνω εδώ πως η διάταξη αυτή είναι η μοναδική που υποχρεώνει την Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος να ενημερώνει για κάποιο ζήτημα κατ’ ευθείαν τα μέλη του Κόμματος. Πουθενά στο ισχύον καταστατικό δεν υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση της Κεντρικής Επιτροπής να ενημερώνει κατ’ αυθείαν τα μέλη του Κόμματος. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις η ενημέρωση στα μέλη του Κόμματος γίνεται ιεραρχικά μέσω άλλων οργάνων.

Οι Θέσεις της ΚΕ του Κόμματος για το 18ο Συνέδριο τελειώνουν με την παράγραφο 108 που αναφέρεται στα οικονομικά του Κόμματος. Σημειώνω ότι τα οικονομικά του Κόμματος παρουσιάζονται ενιαία. Δεν ξεχωρίζει ο απολογισμός της προηγούμενης τετραετίας από τον προγραμματισμό της επόμενης μέχρι το 19ο Συνέδριο. Κατά την άποψή μου έπρεπε να υπήρχε στο 6ο κεφάλαιο των Θέσεων ειδική μνεία για τα οικονομικά του Κόμματος, η οποία μάλιστα να είχε και αναλυτικά στοιχεία και στο 7ο κεφάλαιο στην παράγραφο 108 να έμπαινε ο προγραμματισμός για την επόμενη τετραετία.

Στην παράγραφο 108 γίνεται επίσης μνεία για ένα εσωτερικό ενημερωτικό σημείωμα το οποίο απέστειλε η ΚΕ στις ΚΟΒ και το οποίο δεν αποτέλεσε σε όλες τις περιπτώσεις αντικείμενο ουσιαστικής συζήτησης και προβληματισμού. Ετσι αναφέρεται στις Θέσεις. Εγώ το μόνο κείμενο που θυμάμαι ήταν μια ενημέρωση της ΚΕ προς τα μέλη των Γραφείων Περιοχών, το οποίο ειπώθηκε να μελετήσουμε και εμείς τα απλά μέλη ως εσωτερικό σημείωμα τον Απρίλη 2007. Αλλο κείμενο της ΚΕ προς τα μέλη του Κόμματος για ολόκληρο το διάστημα από το 17ο Συνέδριο δεν υπήρξε, το δε περιεχόμενο του σημειώματος δεν ήταν τόσο συγκεκριμένο όσο θα έπρεπε. Εμένα μου έδινε την εντύπωση ότι κατέβηκε έτσι για τα μάτια του κόσμου, ίσα – ίσα για να φύγει η υποχρέωση.

Αντιλαμβάνομαι τις δυσκολίες που έχει η δημοσιοποίηση αναλυτικών οικονομικών στοιχείων του Κόμματος προς τα έξω, αλλά δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η ΚΕ δεν εφαρμόζει το καταστατικό του Κόμματος με τα αναλυτικά σημειώματα ανά τακτά διαστήματα προς τα μέσα. Πώς ένα απλό μέλος του Κόμματος θα συμμετάσχει στην εκάστοτε οικονομική εξόρμηση που είναι αναγκαία για την επιβίωση του Κόμματος, χωρίς να έχει μια σωστή, κατά τακτά χρονικά διαστήματα εμπεριστατωμένη οικονομική ενημέρωση για τα έσοδα και τα έξοδα του Κόμματος που στο κάτω – κάτω της γραφής είναι καταστατική υποχρέωση της ΚΕ προς τα μέλη; Να γνωρίζει πού πάνε τα χρήματα που μάζεψε.

Αγαπητοί σύντροφοι,

Η μαρξιστική κριτική, όπως γνωρίζετε καλύτερα από μένα, δε σταματά στη διαπίστωση ενός λάθους ή μιας παράλειψης, ούτε στην εξήγηση γιατί έγινε το λάθος ή η παράλειψη, ούτε πάντοτε συνδέεται με πρόταση. Κριτική χωρίς πρόταση για τους κομμουνιστές δεν υπάρχει. Επομένως, προτείνω τα εξής:

1. Απ’ ό,τι γνωρίζω, η Κεντρική Επιτροπή Οικονομικού Ελέγχου θα καταθέσει στους συνέδρους προς έγκριση έκθεση των οικονομικών πεπραγμένων του Κόμματος για το διάστημα από το 17ο Συνέδριο μέχρι το 18ο. Προτείνω, λοιπόν, η έκθεση αυτή να αποτελέσει ως εσωτερικό κείμενο ενημέρωσης και έγκρισης από όλες τις ΚΟΒ παράλληλα με τη συζήτηση και των αποφάσεων του 18ου Συνεδρίου (Πολιτική Απόφαση, Απόφαση για το Σοσιαλισμό και όποια άλλη απόφαση ψηφιστεί).

2. Κάθε χρόνο, η ΚΕ να στέλνει προς τις ΚΟΒ αναλυτική ενημέρωση σε εσωτερικό επίπεδο πάντοτε, ώστε να ξέρουμε τι μας γίνεται και να είμαστε όλοι ευχαριστημένοι, και

3. Τα παραπάνω να αποτελέσουν ειδική παράγραφο που θα περιλαμβάνεται στις αποφάσεις του Συνεδρίου.

Χρήστος Κατριβάνος
Αχτίδα Δικηγόρων της ΚΟΑ
Παρέμβαση για το σοσιαλισμό

Είναι έκδηλη η εξιδανίκευση μιας ορισμένης ιστορικής περιόδου στις Θέσεις της ΚΕ για το δεύτερο θέμα, αυτό του σοσιαλισμού. Η ιστορική αυτή περίοδος, δηλαδή, από το 1924 έως το 1956, ήταν πράγματι επιτυχής από την άποψη της προσπάθειας οικοδόμησης μιας βιομηχανικής κοινωνίας σε σοσιαλιστική βάση. Ηταν η περίοδος της εκτατικής ανάπτυξης, των εργασιακών ηρωισμών, της νίκης ενάντια στο φασισμό, αλλά και των διώξεων των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος, διώξεων που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Αυτές οι διώξεις και φρικαλεότητες της περιόδου 1936-1938 δυσφήμισαν όσο τίποτε άλλο το σοσιαλισμό. Και δεν ήταν μόνο αυτά. Ο συγκεντρωτισμός, οικονομικός και πολιτικός, οι περιορισμοί της δημοκρατίας και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, όχι μόνο διατηρήθηκαν, αλλά και «αιτιολογήθηκαν» ιδεολογικά, ώστε διαμορφώθηκε ένα σύστημα δογματικών αντιλήψεων, που ήταν αντίθετο με βασικές αξίες του σοσιαλισμού. Υποτιμήθηκε ο μακρόχρονος χαρακτήρας των κοινωνικών μετασχηματισμών. Και ενώ στο 12ο και 13ο Συνέδριο μιλούσαμε για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων στο σοσιαλιστικό σύστημα, ώστε το κομμουνιστικό όραμα να γίνει πιο θελκτικό, σήμερα πάμε μερικά βήματα πίσω και διαφαίνεται πως παρουσιάζουμε ως το πιο αυθεντικό σοσιαλιστικό πρότυπο, αυτό της περιόδου 1924-1956! Οι εξελίξεις αυτές, στις σημερινές συνθήκες το μόνο που θα επιτύχουν θα είναι να κάνουν μη ελκυστικό το κομμουνιστικό όραμα, παρουσιάζοντας τη σοσιαλιστική δημοκρατία σαν ένα καθεστώς ανελευθερίας.

Ακυρώνεται, έτσι, η θέση 38 που αναφέρεται στην απρόσκοπτη άσκηση κριτικής σε αποφάσεις ανωτέρων οργάνων, όπως και ενάντια σε γραφειοκρατική στάση στελεχών. Αν εφαρμοστεί ένα τέτοιο μοντέλο σοσιαλισμού η δυνατότητα άσκησης κριτικής θα γίνει παρελθόν.

Βιώνουμε την αποτυχία της πρώτης προσπάθειας εφαρμογής του σοσιαλισμού. Οι λόγοι που οδήγησαν τον υπαρκτό σοσιαλισμό σε αποτυχία, ήταν πρωτίστως οικονομικοί και πολιτικοί, δηλαδή συστημικοί. (Το να πιστεύουμε ότι θα φτάσουμε στο σοσιαλισμό διά μέσου μιας μεταβατικής περιόδου γενικευμένης κρατικοποίησης είναι μία αυταπάτη διότι αυτή η εξέλιξη γεννά νέες κοινωνικές δομές, που διάκεινται εχθρικά προς το σοσιαλιστικό σχέδιο). Στους οικονομικούς π.χ. περιλαμβάνονται η μέτρια κατάσταση της αγροτικής οικονομίας και ο γραφειοκρατικός τρόπος διοίκησης των επιχειρήσεων που δεν κατάφερε να συγχρονιστεί με τους τρόπους διοίκησης που εφάρμοζαν αντίστοιχες επιχειρήσεις των προηγμένων δυτικών κρατών. Ο θεωρητικός δογματισμός, που θα τον ονομάζαμε αριστερό οπορτουνισμό, δεν ήταν δυνατό να δεχτεί μαθήματα από άλλες χώρες που πετύχαιναν οικονομικά. Το στερεότυπο σχέδιο κατάληψης της εξουσίας από ένα «επαναστατικό» κόμμα και η εν συνεχεία γενική κρατικοποίηση της οικονομικής ζωής δε μας οδηγεί στο σοσιαλισμό, αλλά σε ένα γραφειοκρατικό κράτος που έχει την τάση να δυναμώνει τον εαυτό του και όχι να το οδηγεί σε μαρασμό..

Ο ίδιος ο Γ. Αντρόποφ εκμυστηρεύτηκε το 1983 στον Χ. Φλωράκη ότι η Σοβιετική Ενωση είχε προβλήματα μεγάλα σε τρεις κρίσιμους τομείς: στην οικονομία, στο κράτος και στο κόμμα. Επρεπε να γίνουν μεταρρυθμίσεις. Η παραγωγή βρισκόταν σε φθίνουσα πορεία, τα σοβιετικά προϊόντα έχαναν την ανταγωνιστικότητά τους, τα ελλείμματα αυξάνονταν, και η γραφειοκρατία είχε καταστεί ανοιχτή πληγή, αφού δεν παρήγαγε πολιτική, αλλά υποκαθιστούσε τα συνδικάτα, τις τράπεζες, την αυτοδιοίκηση, όλα. Οι εργαζόμενοι έπρεπε να βρεθούν στη θέση των πραγματικών ιδιοκτητών της παραγωγής, οι πραγματικοί συλλογικοί ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, να περνούσαν σε καθεστώς αυτοδιαχείρισης των επιχειρήσεων, να ήταν αυτοί οι κύριοι των όρων της παραγωγής και όχι οι γραφειοκράτες του κράτους, για τους οποίους ο Λένιν εξέφρασε τους χαρακτηρισμούς: σαπίλα, βρωμιά, σκουριά κλπ. Το σύστημα έφερε έντονα τα γνωρίσματα του κρατικού ή γραφειοκρατικού σοσιαλισμού. Οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής υστερούσαν ή δεν εναρμονίζονταν με τις παραγωγικές δυνάμεις.

Είναι γεγονός ότι από το 1950 και μετά, ως το 1980 περίπου, η κατάσταση στη ΣΕ ήταν σχετικά καλή και στον τομέα της κοινωνικής ευημερίας. Μάλιστα, θα μπορούσε κανείς να πει ότι στον τομέα αυτόν έμοιαζαν με τις ευημερούσες δυτικές χώρες. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθούμε στις σημαντικές κατακτήσεις του κοινωνικού κράτους στις χώρες της βόρειας Ευρώπης (σκανδιναβικές και άλλες), όπως επίσης ότι οι κατακτήσεις αυτές έγιναν πράξη από τη σοσιαλδημοκρατία από το 1928. Μιλάμε για το κράτος ευημερίας (welfare state). Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι η καλύτερη κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υφίσταται πρώτιστα σε αυτές τις χώρες τις δυτικοευρωπαϊκές και αυτό θα πρέπει να μας χαροποιεί. Η σοσιαλδημοκρατία έχει μια αξιοπρόσεκτη διάρκεια και αποτελεσματικότητα στην πολιτική της, την οποία δεν έχει να επιδείξει ο υπαρκτός, αφού δεν υπάρχει πλέον. Ολα τούτα τα γεγονότα οδηγούν στη σκέψη μας το συμπέρασμα: οι λόγοι της κατάρρευσης ήταν και πολιτικοί. Ο μονοκομματισμός των καθεστώτων, η έλλειψη αντιπολίτευσης, η λογοκρισία της τέχνης, η απαγόρευση των εργατικών κινητοποιήσεων οδήγησαν με μαθηματική ακρίβεια το σύστημα στο πολιτικό τέλος. Την ίδια τύχη θα έχει και κάθε παρόμοιο σύστημα αν εφαρμοστεί με τα ίδια χαρακτηριστικά. Και για να θυμηθούμε τον αρχαίο Ελληνα φιλόσοφο Κλεόβουλο, «μέτρον άριστον»… Ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δε θα υπάρξει. Το ζητούμενο τελικά είναι η διαμόρφωση πραγματικών σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αυτός είναι και ο πιο βαθύς λόγος που δεν υπάρχει σήμερα ο υπαρκτός.

Αποδείχνεται λοιπόν, ότι η διαδοχή των κοινωνικών συστημάτων δεν είναι μια γραμμική ευθύγραμμη διαδικασία. Οι κοινωνικές εξελίξεις και μεταβολές είναι πολύ πιο σύνθετα φαινόμενα, έτσι που να μπορούμε να ισχυριστούμε ότι στοιχεία ενός συστήματος αναπτύσσονται εντός του άλλου ή και επιβιώνουν επί μακρόν στο άλλο. Ισως, δηλαδή, να διαφανεί στο μέλλον ότι ο σοσιαλισμός είναι ένας ιστορικά αυτόνομος σχηματισμός, που δεν καθοδηγείται για τις πράξεις του από το τελικό όραμα του κομμουνισμού. Για αυτόν τον λόγο, αλλά και για άλλους (βλ. Λένιν στο «Ο αριστερισμός…») είναι λανθασμένη η Θέση του 17ου συνεδρίου για την ανυπαρξία ενδιάμεσων σταδίων στην πορεία προς το σοσιαλισμό. Ο σοσιαλισμός θα είναι ένας σχηματισμός στον οποίο εξακολουθούν να υπάρχουν ταξικοί ανταγωνισμοί, και στον οποίο η εμπορευματική παραγωγή χωρίς να είναι κυρίαρχη, υφίσταται επί μακρόν. Ισως, δηλαδή, αποδειχθεί ότι η πορεία της ανθρωπότητας προς ένα καλύτερο μέλλον θα είναι μια αργή εξελικτική διαδικασία εξαιρετικά μακρόχρονη, όχι δίχως συγκρούσεις. Ο σοσιαλισμός του μέλλοντος θα πρέπει να υπερβεί διαλεκτικά τον υπαρκτό, και να προσφέρει στους πολίτες αξιόλογη ευημερία, περισσότερη δημοκρατία και ελευθερία σε σχέση με τον καπιταλισμό. Για να το πετύχει αυτό θα πρέπει να διατηρήσει πολλά στοιχεία από τον καπιταλισμό και να τον υπερβεί μόνο στο σημείο της αναντιστοιχίας του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της ατομικής ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της με τέτοιο τρόπο ώστε όλοι οι άνθρωποι να συμμετέχουν ως ιδιοκτήτες και κάτοχοι στον παραγόμενο πλούτο. Προφανώς σε ένα πολύ πιο υψηλό επίπεδο οικονομικής και πολιτισμικής ανάπτυξης από το σημερινό. «Κανένα κοινωνικό σύστημα δεν εξαφανίζεται», έλεγε ο Μαρξ «αν δεν αναπτύξει μέσα του όλες τις παραγωγικές δυνάμεις που μπορεί αυτό να χωρέσει». Και για να έχουμε υπόψη τι περίπου είναι οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής, ας γνωρίζουμε ότι ο Μαρξ μιλώντας σε Δυτικοευρωπαίους εργάτες, τους προέτρεπε να εξαγοράσουν τις επιχειρήσεις από τα αφεντικά και να τις διαχειριστούν μόνοι τους, συλλογικά, περνώντας ειρηνικά στο νέο κοινωνικό σύστημα, το σοσιαλισμό. Προς το παρόν και όσον αφορά τη χώρα μας χρειάζεται η συνεργασία όλων των προοδευτικών δυνάμεων του τόπου, για την έξοδο από την κρίση με οφέλη για το λαό. Βάζοντας όρο μόνο την καλυτέρευση της ζωής των λαϊκών στρωμάτων. Είναι προκλητικά τα εισοδήματα της νέας και παλαιάς πλουτοκρατίας και ειδικά στη χώρα μας, και χρειάζεται αύξηση της φορολόγησης, πάταξη της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, αύξηση των μισθών και συντάξεων των χαμηλόμισθων, αλλά και των άλλων κατηγοριών εργαζομένων. Και κάτι ακόμη: δεν είναι μπορετό κάποια από αυτά τα 28 δισ. που θα δοθούν (ελπίζω υπό όρους) στις τράπεζες, να δίνονταν στα ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων για να ξεχρεωθούν;

Κωνσταντινόπουλος Γεώργιος
Εκπαιδευτικός, απόγονος αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης
Για τον αντικομμουνισμό που γνωρίσαμε

Ομολογώ πως, ως άμαθος στην α